Γνησιότητα, αποστολικότητα και θεοπνευστία της ιωάννειας Αποκάλυψης

Κάπως καθυστερημένα διάβασα την επιστολή του κ. Χρ. Μαθιουλάκη σχετικά με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, που δημοσιεύθηκε στην «Ιστορία» (αρ. τεύχους 219) και την απάντηση του κ. Γιάννη Βιταλιώτη (αρ. 222) που είναι εκτενής και αρκετά εμπεριστατωμένη και με βρίσκει σύμφωνο. Ο κ. Μαθιουλάκης ισχυρίζεται επικαλούμενος διάφορα επιχειρήματα ότι η Αποκάλυψη δεν είναι γραμμένη από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.

Τα επιχειρήματα όμως που προβάλλει ο κ. Μαθιουλάκης για την μη αποδοχή της ιωάννειας προέλευσης της Αποκάλυψης δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, ούτε πειστικά. Αντίθετα, οι υπάρχουσες μαρτυρίες συγκλίνουν στο να καταδείξουν την γνησιότητα, κανονικότητα και θεοπνευστία του έργου, όπως σημειώνει ορθά ο Κ. Γ. Βιταλιώτης.

Κατ' αρχάς το ότι πουθενά στα βιβλία της Κ.Δ. δεν μνημονεύεται ότι ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής πήγε στην Πάτμο και από εκεί έγραψε την Αποκάλυψη, είναι ένα argument a silentio. H έλλειψη μνείας δεν έχει βαρύτητα και πρέπει να οφείλεται σε δύο παράγοντες:

α) Τα Ευαγγέλια, οι Πράξεις, οι Επιστολές κ.λπ. δεν μνημονεύουν κάθε μετακίνηση των Αποστόλων και μαθητών. Δεν γνωρίζουμε απ' τα κείμενα της Κ.Δ., ούτε τη δράση ούτε την τύχη πολλών απ' τους μαθητάς του Ιησού όπως π.χ. του Ματθαίου, του Φίλιππου, κ.λπ.

β) Η Αποκάλυψη, σύμφωνα με τις υπάρχουσες εσωτερικές και εξωτερικές μαρτυρίες, γράφτηκε στο τέλος του 1ου π.Χ. αιώνα, όταν ήδη είχαν γραφτεί τα περισσότερα βιβλία της Κ.Δ. Συνεπώς δεν θα έπρεπε λογικά να αναμένουμε να μνημονεύεται η μετακίνηση του Ιωάννη στην Πάτμο από άλλη αγιογραφική πηγή, εκτός από τη μαρτυρία του ίδιου του βιβλίου.

Το γεγονός όμως, ότι ο Ιωάννης βρέθηκε στα τέλη της ζωής του εξόριστος στη νήσο Πάτμο, κατά πάσα πιθανότητα επί βασιλείας αυτοκράτορος Δομιτιανού (81-96 π.χ.) «δια τον λόγον του Θεού και την μαρτυρία Ιησού» (Αποκ. 1,9) και από εκεί έγραψε την Αποκάλυψη, μαρτυρείται από αρχαίους Εκκλησιαστικούς συγγραφείς του β ́ και γ' μ.Χ. αι., όπως Ειρηναίο (Ελεγχος Ε' 30,3) Κλήμεντα Αλεξανδρείας (Τις ο σωζόμενος πλούσιος, 42) Ωριγένη (Εξηγητ. εις Ματθ. 20:22) Ευσέβιο (Εκ. Ιστορία Γ 18, 1) κ.α.

Το δεύτερο επιχείρημα του κ. Μαθιουλάκη, ότι δηλ. διαφέρει το λεκτικό και το ύφος του Ευαγγελίου από την Αποκάλυψη είναι πιο σοβαρό, και έχει απασχολήσει παλαιότερους και νεώτερους ερμηνευτές. Ένα ερώτημα που απασχόλησε κατά καιρούς τους ερμηνευτές ήταν, πώς μπορούσε ο «μαθητής της αγάπης» να γράψει ένα έργο γεμάτο με σθεναρά, τρομακτικά και ακατάληπτα μηνύματα. Για ν' απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, πρέπει να θυμηθούμε ότι η Αποκάλυψη ήταν του «Ιησού Χριστού, ην έδωκεν εις αυτόν ο Θεός... και εφανέρωσεν αυτά αποστείλας δια του αγγέλου αυτού εις τον δούλον αυτού Ιωάννην». Ο Ιωάννης ήταν απλώς ο γραμματέας και μέσον της θείας αποκαλύψεως και όχι ο εμπνευστής και ο αποκαλυπτής. Ήταν μαθητής της αγάπης, αλλά ταυτόχρονα ήταν τολμηρός και δυναμικός χαρακτήρας και γι' αυτό ο Ιησούς μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο τους ονόμασε «υιούς βροντής» (Μαρκ. 3, 17, Λουκ. 9,54).

Από την άλλη πλευρά, το θέμα, οι εικόνες και ο προφητικός χαρακτήρας της Αποκάλυψης είναι τελείως διαφορετικά από το θέμα και τα μηνύματα του Ευαγγελίου. Αν συγκρίνουμε τη γλώσσα και το ύφος της Αποκάλυψης με τα άλλα ιωάννεια βιβλία, θα παρατηρήσουμε ότι ασφαλώς υπάρχουν διαφορές και απουσιάζουν χαρακτηριστικές λέξεις του Ιωάννη όπως αγάπη, παράκλητος, ειρήνη, κόσμος, χαρά κ.λπ., αλλά υπάρχουν και σημαντικές ομοιότητες, και λέξεις ιδιαίτερα κοινές μεταξύ του Ευαγγελίου, των επιστολών του Ιωάννη και της Αποκάλυψης, όπως αληθινός, ζωής, μαρτυρία, μαρτυρείν, νικάν κ.λπ. Το ίδιο ισχύει και για τους χαρακτηρισμούς που δίδονται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Στα έργα του Ιωάννη ο Υιός του Θεού αναφέρεται ως φως (Ιω. 1:4,9,3, 19 και Αποκ. 21:23) ποιμήν (Ιωαν. 10,11 Αποκ. 7,17, 19,15) αμνός (Ιωαν. 1,29 Αποκ. 5,6 14,1) και Λόγος, όρός που χρησιμοποιείται μόνον από τον Ιωάννη (Ιωαν. 1:1, Α ́ Ιωάν. 1:1 Αποκ. 19:23).

Τα παραπάνω στοιχεία καθώς και η ιδεολογική συγγένεια που παρουσιάζεται μεταξύ του Ευαγγελίου και της Αποκάλυψης στη δαιμονολογία και αγγελολογία οδήγησαν δικαίως τον Γκέμπχαρτ να πει ότι δεν υπάρχουν στην Αγ. Γραφή δύο βιβλία τόσο όμοια στις ιδέες όσο είναι το Ευαγγέλιο και η Αποκάλυψη. Χωρίς να παραβλέψει κανείς τις διαφορές ύφους δεν μπορεί να μην «επισημάνει την κοινή θεολογική ατμόσφαιρα της πάλης και νίκης του Θεού κατά των σατανικών δυνάμεων, έστω και αν εκφράζεται με διαφορετικούς όρους και διαφορετικές παραστάσεις». Οι ασυνταξίες, οι σολοικισμοί και οι γλωσσικές ανωμαλίες της Αποκάλυψης είναι δυνατόν να εξηγηθούν, παρατηρεί ο καθηγητής Καραβιδόπουλος, από την ψυχική κατάσταση του συγγραφέα που βρισκόταν σε έκσταση, όπως δεχόταν τις αποκαλύψεις και τα

οράματα (Εισαγωγή στην Κ.Δ., Θεσ/νίκη 1980 σ. 278). Η κοινή θεολογική ατμόσφαιρα μεταξύ των έργων του Ιωάννη και της Αποκάλυψης σε συνδυασμό με άλλα τεκμήρια και ιστορικές μαρτυρίες ανάγκασαν πολλούς νεώτερους ερευνητές να δεχθούν τον απόστολο Ιωάννη ως συγγραφέα της Αποκάλυψης (B. Weiss, Zahn, Schlatter, W. Michaelis V. Ghergiou, E. Stauffer, E. Ζολώτας, Β. Ιωαννίδης, Π. Μπρατσιώτης, Ι. Καραβιδόπουλος κ.ά.).

Σχετικά με τον ισχυρισμό ότι η Εκκλησία δεν αναγνώρισε την Αποκάλυψη ως έργο του Ιωάννη ούτε θεόπνευστη, πρέπει να λεχθεί ότι «σχεδόν κανένα άλλο βιβλίο της Κ.Δ. δεν μαρτυρείται τόσο πλούσια στον 2ο αιώνα μ.Χ. όσο η Αποκάλυψη» (Hasting's Dictionary of the Bible, 1902, τομ. IV σελ. 240).

Στον 2ο μ.Χ. αι. το βιβλίο εθεωρείτο από τους αρχαίους συγγραφείς που μνημονεύσαμε προηγουμένως και ιδιαίτερα από τον Ιουστίνο το μάρτυρα (Διάλογος με Τρύφωνα, 4) και τον Κανόνα του Muratori (200 μ.Χ.) ως αποστολικό και κανονικό.

Η ύπαρξη και το κύρος της προϋποτίθεται επίσης από τα έργα των Αποστολικών πατέρων, τον Τερτυλλιανό, Κυπριανό, Ιππόλυτο κ.λπ. συγγραφείς του 3ου μ.Χ. αιώνα. Για πρώτη φορά οι Αιρετικοί Άλογοι στους οποίους ανήκε και ο Γάιος Ρώμης, αμφισβήτησαν την ιωάννεια προέλευσή της και απέδωσαν το έργο όπως και όλα τα βιβλία της Κ.Δ. στον αιρετικό Κήρινθο. Αμφιβολίες για την κανονικότητα και αποστολικότητα της Αποκάλυψης γενικεύτηκαν κατά τον 4ον μ.Χ. αιώνα για λόγους δογματικούς (αντιχιλιαστικούς) και γι’ αυτό και μεταγενέστεροι εκκλησιαστικοί συγγραφείς δεν τη μνημονεύουν ούτε την ερμηνεύουν. Το δυσνόητό της και ερμηνευτικοί και δογματικοί λόγοι ήσαν εκείνοι που οδήγησαν και την εν Λαοδικεία Σύνοδο (362 μ.Χ.) να τη θεωρήσει ως μη κανονικό έργο. Ωστόσο οι μαρτυρίες για την κανονικότητα της Αποκάλυψης ήσαν τόσο ισχυρές ώστε παρ' όλο που διατυπώθηκαν επιφυλάξεις, ο Μ. Αθανάσιος την απαριθμεί μεταξύ των 27 βιβλίων της Κ.Δ. στην 39η πασχάλια επιστολή του. Την κανονικότητα της Αποκάλυψης υποστήριξαν μεταξύ άλλων ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, ο Μ. Βασίλειος, ο Γρηγόριος Νήσσης, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός κ.ά. και την αναγνώρισε η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (691 μ.Χ.). Μέχρι σήμερα, η Αποκάλυψη αναγνωρίζεται γενικά ως γνήσιο έργο και βρίσκεται στον κανόνα των βιβλίων της Κ.Δ. και όχι στα νόθα και ψευδεπίγραφα βιβλία, όπως θα έπρεπε αν δεν ήταν αποστολικό έργο. Οι νόθες και ψευδεπίγραφες Αποκαλύψεις της πρωτο-χριστιανικής περιόδου διαφέρουν από την Αποκάλυψη του Ιωάννου εκτός από το περιεχόμενο, σε δύο κύρια σημεία. Είναι όλες μεταγενέστερες του 1ου μ.Χ. αιώνα (η Αποκάλυψη του Παύλου γράφτηκε στο τέλος του 4ου αιώνα, η Αποκάλυψη του Θωμά λατινιστί τον 4ο αιώνα, η Αποκάλυψη του Πέτρου στο α' μισό του 2ου μ.Χ. αιώνα κ.λπ.) και είναι αποδεδειγμένα ψευδώνυμες και ψευδεπίγραφες γι’ αυτό και εξωκανονικές, σ’ αντίθεση με την Αποκάλυψη η οποία αναφέρει το όνομα του συγγραφέα, γράφτηκε στο τέλος του 1ου μ.Χ. αιώνα και βρίσκεται μέσα στον κανόνα της Кαινής Διαθήκης.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο συγγραφέας αναμασά διάφορα αποσπάσματα που έχουν λεχθεί προηγουμένως από τους προφήτες, πρέπει να ειπωθεί ότι ναι μεν υπάρχουν γλωσσικές, εκφραστικές και ιδεολογικές ομοιότητες μεταξύ ορισμένων προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης και της αποκάλυψης και μάλιστα στα τεμάχια αποκαλυπτικού περιεχομένου του βιβλίου του Ιεζεκιήλ και Δανιήλ (πρβλ. Δανιήλ κεφ. 7:8 με Αποκ. 13:17) αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Αποκάλυψη δεν έχει να πει τίποτα το καινούργιο και δεν αποκαλύπτει νέα πράγματα. Ομοιότητες στις εικόνες και στις εκφράσεις με τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης παρουσιάζονται και στις εσχατολογικές προφητείες του Ιησού (Ματθαίος 24, Μάρκος 13 κ.λπ.). Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς μιμήθηκε ή αναμάσησε τα λεγόμενα των προφητών χωρίς να πει τίποτα καινούργιο, Κάθε άλλο.

Οι αποκαλυπτικοί συγγραφείς είχαν κοινό τρόπο εκφράσεως. Ο συγγραφέας συστήνεται ως Ιωάννης «αδελφός υμών και συγκοινωνός εν τη θλίψει.» (1:9). Προφανώς ήταν καλά γνωστός στους πρώτους αναγνώστες του και δεν ήταν αναγκαίος κανένας πρόσθετος προσδιορισμός της ταυτότητάς του. Αναφέρει επίσης ταπεινά τον εαυτό του ως «δούλον Θεού» όπως αυτοχαρακτηρίζεται και ο απ. Παύλος στις επιστολές του.

Είναι γεγονός ότι η Αποκάλυψη είναι δυσνόητο βιβλίο. Ίσως να μην είναι υπερβολική η γνώμη ότι «δεν υπάρχει στον κόσμο βιβλίο άλλο που να ερμηνεύτηκε ή να παρερμηνεύτηκε τόσο, όσο η Αποκάλυψη» (Π. Μπρατσιώτης, Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, Αθήναι 1950, σελ. 38). Δυσνόητα όμως είναι και άλλα μέρη της Αποκάλυψης Γραφής, ακόμα και μερικά λόγια του απ. Παύλου (2 Πέτρου 3:16).

Η Αποκάλυψη με συμβολισμούς και εκπληκτικές υπερλογικές εικόνες, μπορούν να κατανοηθούν μόνο με την καλή γνώση των λοιπών Γραφών, την προσεκτική μελέτη, και ιδιαίτερα με την πάροδο και του χρόνου, αποκαλύπτει την τελική νίκη του Θεού, του Ιησού και της βασιλείας του ενάντια στις σατανικές δυνάμεις (12, 3 - 17, 16, 13, 20, 2, 7, 10). Ταυτόχρονα κομίζει το χαρμόσυνο αισιόδοξο μήνυμα που συνοψίζεται εις το «ιδού ποιώ καινά τα πάντα». Ομιλεί για «καινό ουρανό και καινή γη» και τη «σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων

όπου δεν θα έχει θέση το δάκρυ, το πένθος, η κραυγή και ο πόνος» και «θάνατος ουκ έσται έτι» (Απ. 21:3, 4). Οπως σωστά παρατηρήθηκε (F. Rienecker) το βιβλίο βρίσκεται σε οργανική ενότητα με τα λοιπά βιβλία της Αγίας Γραφής. Χωρίς το βιβλίο αυτό, φαίνεται η Αγία Γραφή σαν μια πρόταση χωρίς τέλος.

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι οι υπάρχουσες μαρτυρίες είναι πολύ ισχυρές ώστε να μην μπορεί κανείς να αμφισβητήσει επιτυχώς τη γνησιότητα, αποστολικότητα και θεοπνευστία της Αποκάλυψης».