Εσχατολογικές προβλέψεις και αποτυχίες

Εσχατολογικές προβλέψεις και αποτυχίες
(από τον 1ο έως τον 21ο μ.Χ. αιώνα)

 

 

Οὐχ ὑμῶν ἐστιν γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς
οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ.
Πρξ. 1:7

 

Το έτος 33 μ.Χ. και λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του, ο από Ναζαρέτ Ιησούς μίλησε στους τέσσερις αγαπημένους του μαθητές, πάνω στο όρος των ελαιών, για τα έσχατα του κόσμου. Η περίφημη αυτή εσχατολογική προφητεία του Ιησού, η οποία είναι γνωστή και ως μικρή Αποκάλυψη”, περιέχεται στο 24ο κεφάλαιο του Ματθαίου, στο 13ο του Μάρκου και στο 21ο του ευαγγελιστή Λουκά. Περιελάμβανε σημεία που θα προηγούνταν της καταστροφής της Ιερουσαλήμ (33-70 μ.Χ.) και ενδείξεις για το σημείο της παρουσίας του και της συντέλειας του αιώνος”. Αντί να δώσει λεπτομέρειες για τον καιρό του τέλους, ο Χριστός αρκέστηκε στο να δώσει τα γενικά πλαίσια των εσχάτων. Συνιστά στους μαθητές του να είναι άγρυπνοι γιατί δεν θα γνωρίζουν τον καιρό”. Το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας αναφέρεται στα γεγονότα μέχρι το 70 μ.Χ., και το κέντρο βάρους της είναι περισσότερο ηθικο-προτρεπτικό, παρά με την αυστηρή έννοια εσχατολογικό: Και υμείς γίνεσθε έτοιμοι, ότι η ου δοκείτε ώρα, ο Υιός του Ανθρώπου έρχεται” (Ματθ. 24:44). Αυτή είναι μία χαρακτηριστική του έκφραση, μαζί με μία άλλη που ατυχώς πολλοί Χριστιανοί λόγω του μεγάλου ζήλου τους παρεγνώρισαν: Περί δε της ημέρας εκείνης και ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι του ουρανού, ουδέ ο Υιός, ει μη ο Πατήρ μόνος”. (Ματθ. 24:36).  Άλλωστε η παραβολή του κλέπτου και του οικοδεσπότου, αυτό το σημείο ήθελε να τονίσει: της άγνοιας του χρόνου και της αγρύπνιας (Λουκάς 12:39-40).  Τους χρόνους και τους καιρούς τους έχει ο Πατήρ "ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ”, προειδοποίησε ο Κύριός μας τους μαθητές του.

***

 Ωστόσο, ο ένθερμος ζήλος και η έντονη επιθυμία των πρώτων χριστιανών κατ' αρχάς και των μετέπειτα γενεών αργότερα για την επάνοδο του Κυρίου, που συνοδεύεται με την αποκατάσταση πάντων” και την ευλογία του ανθρώπινου γένους, καθώς και οι ανησυχίες λόγω διαφόρων γεγονότων και καταστροφών, αλλά και οι διωγμοί και οι θλίψεις των πιστών, συνετέλεσαν κατά περιόδους, στο να διατυπωθούν έντονες εσχατολογικές προσδοκίες. Αυτές περιελάμβαναν και τον προσδιορισμό όχι μόνον περιόδων, αλλά ακόμη και έτους επανόδου του Χριστού ή της Δευτέρας Παρουσίας του. Άλλες από αυτές τις προσπάθειες ήταν στη γενική άποψη της εγγύτητας του τέλους, αφού τούτο πάντα είναι πιθανό και ενδεχόμενο, και άλλες σε χρονικούς υπολογισμούς με βάση χωρία κυρίως της Παλαιάς Διαθήκης.

 Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς τις σπουδαιότερες εσχατολογικές προβλέψεις στο διάβα των 21 αιώνων, οι οποίες έγιναν από πιστούς κυρίως αλλά και από αγύρτες που ήθελαν να εκμεταλλευτούν το χριστιανικό φρόνημα για ιδιοτελείς σκοπούς.

 Παρακάτω παραθέτουμε έναν τέτοιο χρονολογικό πίνακα με λίγα επεξηγηματικά σχόλια, και στο τέλος θα προβούμε σε μερικές γενικές παρατηρήσεις και συμπεράσματα:

***

  • 50-55 μ.Χ.: Οι Χριστιανοί της Θεσσαλονίκης από παρανόηση των λόγων του αποστόλου Παύλου της πρώτης επιστολής του, πιστεύουν στην εγγύτητα του τέλους και της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Ο απόστολος στην Β' Προς Θεσσαλονικείς επιστολή του διορθώνει τη σκέψη τους ότι τάχα ενέστηκεν (ήρθε, έφθασε) η ημέρα του Κυρίου, αποκαλύπτοντας ότι κάποια πράγματα πρέπει να προηγηθούν (αποστασία, εμφάνιση του ανθρώπου της ανομίας).
  • 50-64 μ.Χ.: Ο απόστολος Παύλος αγνοώντας και ο ίδιος την ημέρα και ώρα”, τονίζει στις επιστολές του, την εγγύτητα του τέλους και της Β΄ Παρουσίας για λόγους καθαρά ηθικο-προτρεπτικούς (Ρωμ. 13:7-8, Εβρ. 10:25,37, Α΄ Τιμοθ. 6:14, Α΄ Κορ. 1:6,7, 4:5).
  • 60-100 μ.Χ.: Οι λοιποί απόστολοι (Πέτρος, Ιωάννης, Ιάκωβος) πιστεύουν στην εγγύτητα του τέλους και προτρέπουν τους πιστούς σε αγρύπνια. Ο Ιωάννης μάλιστα, μιλάει ακόμη και για την «εσχάτη ώρα», που προφανώς είναι το τέλος της αποστολικής περιόδου και αρχή της νέας όπου εμφωλεύει ο κίνδυνος των αντιχρίστων (Γνωστικών). Η Αποκάλυψη, άλλωστε, γράφεται για πράγματα ά εισίν και ά μέλλει γενέσθαι”, διότι, ο καιρός εστίν εγγύς” (Αποκ. 1:20,3) (βλ. επίσης Ιακ. 5:7,8, Α΄ Πέτρ. 4:7, Α΄ Ιωαν. 2:18). Οι απόστολοι όμως και οι μαθητές ουδέποτε ορίζουν χρόνους, έτος, ημέρα και ώρα της παρουσίας του Κυρίου, ούτε προβαίνουν σε μαθηματικούς υπολογισμούς.
  • 2ος αιώνας: Εκκλησιαστικοί συγγραφείς, και απολογητές (επιστολή Βαρνάβα, Παπίας, Ιουστίνος, Ειρηναίος, Ιππόλυτος, Τερτυλλιανός) πιστεύουν στην έλευση της Χιλιετούς Βασιλείας και εγκαθίδρυσή της στην Ιερουσαλήμ, στις ημέρες τους.
  • 2ος-3ος αιώνας: Ο Μοντανός, πρώην ιερέας του Απόλλωνα, και μετέπειτα χριστιανός προφήτης από τη Φρυγία, ακολουθούμενος από τις προφήτισσες Πρίσκιλλα, Μαξιμίλλα και άλλους οπαδούς του, ιδρύει την αίρεση του Μοντανισμού. Διακηρύσσει προφητικά ότι θα γίνει η έλευση του Χριστού στην Πεπούζα της Μ. Ασίας και την εκεί κάθοδο της Νέας Ιερουσαλήμ. Οι οπαδοί του αποθαρύνουν τους χήρους και τις χήρες να ξαναπαντρευτούν και παντρεμένα ζευγάρια να κάνουν παιδιά. Συγκεντρώνονται στα βουνά για να υποδεχτούν τον Χριστό!
  • 2ος-3ος αιώνας: Ο Ειρηναίος και ο Ιππόλυτος, στηριζόμενοι σε χρονικούς υπολογισμούς των 6 χιλιετηρίδων από τη δημιουργία του Αδάμ, προσδιορίζουν το τέλος στις ημέρες τους, γιατί τότε πίστευαν ότι θα άρχιζε η 7η χιλιετία (η Χιλιετής Βασιλεία). Ο Ιππόλυτος μάλιστα, στηριζόμενος σε μία δική του ερμηνεία του χωρίου Εξ. 25:10-11, το οποίο μιλάει για τις διαστάσεις της Κιβωτού της Διαθήκης, υπολόγιζε ότι ο Ιησούς είχε γεννηθεί το έτος 5.500 από Κτίσεως Κόσμου και συνεπώς, από τη γέννησή του υπολείπονταν άλλα 500 χρόνια για την έναρξη της 7ης χιλιετίας (Υπόμνημα στον Δανιήλ, Β.Ε.Π.Σ., τομ. 6ος, σ. 88). Στο Χρονικό του ισχυρίζεται ότι το έτος 6.000 (492 μ.Χ.) θα ακολουθήσει η «Ημέρα του Κυρίου».
  • 220 μ.Χ. περ.: Ο Ιούλιος ο Αφρικανός υποστηρίζει την ίδια άποψη με αυτήν του Ιππόλυτου, δηλαδή, ότι ο Ιησούς εγεννήθη 5.500 χρόνια από Κτίσεως Κόσμου και επίκειται η 7η χιλιετία (P.G. τομ. 10ος, σ. 93).
  • 3ος αιώνας: Εξαιτίας των σκληρών διωγμών από τους Ρωμαίους, σε συνδυασμό με φυσικές καταστροφές, οι χιλιαστικές προσδοκίες συνεχίζονται (Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 6, 7).
  • 316-397 μ.Χ.: Ο Μαρτίνος της Τουρ και στη συνέχεια ο μαθητής του, Σουλπίκιος, προβλέπουν την εγγύτητα της Ημέρας της Κρίσης, και το τέλος το συνδέουν με φυσικά σημεία. Ο Μαρτίνος πίστευε ότι ο Αντίχριστος θα αποκαλύπτετο και θα καθόταν σε θρόνο στην Ιερουσαλήμ, στο ναό του Σολομώντα.
  • 4ος αιώνας: Με το θρίαμβο του Κων/νου, την παύση του διωγμού των χριστιανών, και τη συμμαχία Κράτους-Εκκλησίας, εξασθενούν οι προσδοκίες για τη Β΄ Παρουσία. Η αναγνώριση της Χριστιανοσύνης ως επίσημης κρατικής θρησκείας κατανοείται σαν η πραγματοποιημένη ελπίδα της Βασιλείας του Θεού” (Εγκυκλοπαίδεια Brittanica). Ο ιστορικός Ευσέβιος βλέπει στο πρόσωπου του Μέγα Κων/νου την υλοποίηση της Βασιλείας του Θεού (Jonathan Kirsch).
  • 354-430 μ.Χ.: Ο εκκλησιαστικός πατέρας Αυγουστίνος, ταυτίζοντας την Εκκλησία με τη βασιλεία του Θεού, διακηρύσσει ότι η Βασιλεία του Θεού έχει αρχίσει, και υπάρχει επί γης με την ίδρυση της Εκκλησίας το 33 μ.Χ. Σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, η Χιλιετής Βασιλεία της Αποκαλύψεως (κεφ. 20) δεν πρέπει να εκληφθεί κατά γράμμα, αλλά συμβολικά, εκφράζοντας τελειότητα και το σύνολο της αιώνιας ζωής.
  • 4ος-5ος μ.Χ. αιώνας: Ο επίσκοπος Κουϊντος Ιούλιος Ιλλάριος το 397 μ.Χ., προσδιορίζει το έτος 500 μ.Χ. ως έτος της συντέλειας του κόσμου.
  • 5ος μ.Χ. αιώνας: Ο Ευόδιος της Ουζάλα διαβεβαιώνει το ποίμνιό του το 412 μ.Χ. ότι ο Αντίχριστος θα βασιλεύσει στη γη για τριάμισι  χρόνια πριν επιστρέψει ο Χριστός.
  • 5ος-10ος αιώνας: Στον Μεσαίωνα δεν υπάρχουν ιδιαίτερα έντονες χιλιαστικές προσδοκίες μέχρι την έλευση του έτους 1000 μ.Χ. Πάντως, γύρω στο 600 μ.Χ. ο Πάπας Γρηγόριος ο Α΄ σε επιστολή του σε κάποιον Ευρωπαίο Μονάρχη του γράφει ότι «το τέλος του παρόντος κόσμου είναι κοντά».
  • 999 μ.Χ.: Η χριστιανική Ευρώπη ζει ώρες αγωνίας, χωρίς όμως απόλυτη γενίκευση. Τρόμος δημιουργείται σε πολλούς, λόγω της πίστης ότι λήγει η Χιλιετής Βασιλεία (κατ' Αυγουστίνο) και λύεται ο Σατανάς (πρβλ. Αποκάλυψη 20:3, 7-8). Οι προσδοκίες για τη συντέλεια, αυξάνονται στη Βουργουνδία λόγω καταστροφικών καταιγίδων και ενός λιμού (1005-1006 μ.Χ.)
  • 1033 μ.Χ.: Πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν στο τέλος, αφού το 33 μ.Χ. σταυρώθηκε ο Χριστός (1000+33=1033). Στις διαθήκες πολλών περιλαμβάνεται η έκφραση «Εφόσον πλησιάζει το τέλος του κόσμου».
  • 1095 μ.Χ.: Ο πάπας Ουρβανός ο 2ος κηρύσσει την πρώτη Σταυροφορία που θα βοηθούσε τη χριστιανοσύνη «να ανθήσει ξανά σε αυτούς τους έσχατους καιρούς», γιατί σύντομα θα εγκαθιδρύσει ο Αντίχριστος τη βασιλεία του.
  • 1141 μ.Χ.: Η αγία Χιλδεγάρδη (1098-1179) ακούει μία φωνή από τον ουρανό η οποία της αποκαλύπτει 26 οράματα σωτηρίας που κατέληγαν στη Β΄ παρουσία του Χριστού.
  • 1260 μ.Χ.: Ο Ηγούμενος Ιωακείμ από τη Φιόρα προβλέπει το τέλος της Χριστιανικής εποχής.
  • 1516 μ.Χ.: Ο Πάπας Λέων ο Ι΄ στην 5η Σύνοδο του Λατερανού, απαγορεύει επίσημα σε οποιονδήποτε Καθολικό να προβλέπει πότε θα έρθει το τέλος και ο αντίχριστος.
  • 1533 μ.Χ.: Οι Αναβαπτιστές πιστεύουν ότι αυτό είναι το έτος ενάρξεως της Χιλιετούς Βασιλείας.
  • 1525 μ.Χ.: Ο Τόμας Μίνστερ, ηγείται επαναστάσεως Γερμανών αγροτών, επειδή είδε σε όραμα, τους αγγέλους να ακονίζουν τα δρεπάνια τους για τον μεγάλο θερισμό…
  • 1532 μ.Χ.: Ο οπαδός του Λούθηρου Μιχαήλ Στίφερ στο έργο του Αποκάλυψη στην αποκάλυψη: Ένα τομίδιο αριθμητικής για τον αντίχριστό, υπολογίζει τη β΄ παρουσία στις 9 Οκτωβρίου 1533 και ώρα 20:30!
  • 1555 μ.Χ.: Ο Λούθηρος συσχετίζοντας ιστορικά γεγονότα με βιβλικές προφητείες, πιστεύει ότι η Ημέρα της Κρίσεως επίκειται.
  • 1550-1617 μ.Χ.: Ο Τζον Νάπιερ εκδίδει το Μια απλή ανακάλυψη όλης της Αποκάλυψης και προβλέπει το τέλος το 1688 μ.Χ. σύμφωνα με την Αποκάλυψη ή το 1700, σύμφωνα με τον Δανιήλ.
  • 1575-1624.: Ο μυστικιστής Ιάκωβος Μπαίμε πιστεύει ότι ζει στην εσχάτη εποχή. «Η κατάρρευση της Βαβέλ» γράφει, «πλησιάζει».
  • 1669 μ.Χ.: Η Ρωσική Χριστιανική αίρεση Παλαιοί Πιστοί” πιστεύουν ότι είναι η χρονιά για το τέλος. Επειδή διαψεύστηκαν μέσα στα επόμενα 20 χρόνια, 20.000 οπαδοί αυτοπυρπολήθηκαν, για να προστατευτούν από τον αντίχριστο...
  • 1680 μ.Χ.: Ο νεαρός Ισαάκ Νεύτων στις θεολογικές του σημειώσεις, υπολογίζει τη δεκαετία του 1680 ως το έτος της Ημέρας της Κρίσεως, υπολογίζοντας από το 476 μ.Χ. τα 1.260 έτη της προφητείας του Δανιήλ (3 και ½ καιροί= 1.260 ημέρες ή έτη).
  • 1757 μ.Χ.: Ο Σουηδός μυστικιστής Εμμανουήλ Σβέντενμπορκγ διακηρύσσει την κατάβαση της Νέας Ιερουσαλήμ από τον ουρανό (Αποκ. 21:1, 2) και ότι η Β΄ Παρουσία πλησιάζει.
  • 1835 μ.Χ.: Οι Ιρβινγκίτες, χαρισματικό κίνημα στην Αγγλία, πιστεύουν ότι αυτό είναι το έτος της Δεύτερης Έλευσης του Κυρίου.
  • 1836 μ.Χ.: Οι οπαδοί του Μπένγκελ στη Γερμανία πιστεύουν ότι τότε θα γίνει η Δεύτερη Έλευση.
  • 1843-44 μ.Χ.: Ο Αμερικανός ιεροκήρυκας William Miller, ιδρυτής της εκκλησίας των Αντβεντιστών, προσδιόριζε την 21η Μαρτίου 1843 ως ημέρα αφετηρίας κοσμοϊστορικών γεγονότων που θα οδηγούσαν στην Δευτέρα Παρουσία μέχρι τις 22 Μαρτίου 1844. Ο υπολογισμός στηρίχτηκε κυρίως στις 2.300 ημέρες του Δανιήλ 8:14 και στον υπολογισμό 6.000 ετών από τη δημιουργία του Αδάμ. Επίσης και στο εδ. Ωσηέ 6:1-3! Όταν τελικά τίποτα δεν συνέβη, ο Miller ονόμασε την τελευταία ημερομηνία (22/3/1844) ημέρα της μεγάλης απογοήτευσης”.
  • 1873-74 μ.Χ.: Ο Charles Taze Russell προσδιορίζει το έτος αυτό ως έτος πραγματοποιήσεως της Δευτέρας Παρουσίας και της λήξεως των 6.000 ετών της δημιουργίας, καθώς και έναρξης της Χιλιετούς Βασιλείας. Έτος δημιουργίας Αδάμ υπολογίζεται το 4.126 π.Χ.
  • 1899 μ.Χ.: Οι Μεννονίτες από τη Ρωσία, μια θρησκευτική αδελφότητα, περιμένουν το τέλος.
  • 1914 μ.Χ.: Οι Σπουδαστές των Γραφών” από το 1876 διακηρύσσουν ότι το 1914 θα είναι το έτος λήξεως των καιρών των εθνών”, της ελεύσεως του Αρμαγεδδώνος και της εγκαθίδρυσης της Βασιλείας στη γη, με ταυτόχρονη αρπαγή των μελών της στους ουρανούς. Οι υπολογισμοί τους στηρίζονται στο εδ. Δανιήλ 4:10-17 σε συνδυασμό με το Λουκ. 21:24. Η επιχειρηματολογία τους έχει ως υπόβαθρο τις απόψεις του Τζων Α. Μπράουν (1823), του Ε.Μ.Έλλιοτ (1844) και του Ν. Χ. Μπάρμπουρ (1875).
  • 1914-1918 μ.Χ.: Πολλοί από τους πρώτους Πεντηκοστιανούς, προφητεύουν ότι ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι η Μεγάλη Θλίψη” των τρισήμισυ χρόνων και αμέσως μετά επίκειται η Δευτέρα Παρουσία.
  • 1925 μ.Χ.: Ο Joseph F. Rutherford από το 1918 και μετά, προσδιορίζει το 1925 ως έτος του Αρμαγεδδώνος και μετάβασης των πιστών στον ουρανό μαζί με την ανάσταση του Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και άλλων προφητών. Η χρονολογία στηρίχτηκε στον υπολογισμό 70 Ιωβηλαίων από το 1575 π.Χ. (είσοδος των Ισραηλιτών στη Χαναάν), οπότε προκύπτει 70*35=3.500 χρόνια.
  • 1925 μ.Χ.: Η Annie Besant, διάδοχος της H. Blavatsky στη Θεοσοφία, προέβλεψε τη Δεύτερη Έλευση του Χριστού για το έτος εκείνο, και μάλιστα στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας. Χτίστηκε και αμφιθέατρο που έβλεπε προς το λιμάνι και πολλοί είχαν αγοράσει θέσεις για να παρακολουθήσουν την άφιξη του Χριστού...
  • 1964: Μερικοί Ορθόδοξοι κληρικοί πιστεύουν ότι ο Αντίχριστος γεννήθηκε το 1964 που σύμφωνα με κάποιους πατέρες θα κυβερνήσει 7 χρόνια. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Αντίχριστος ήδη έδρασε το 1924 με την αλλαγή του ημερολογίου, διότι, σύμφωνα με το Δανιήλ 7 25 «αλλοιώσαι καιρούς και νόμον» (Νεκτάριος Μουλασιώτης). Ο Αντίχριστος θεωρείται ότι θα είναι Εβραίος από τη φυλή Δαν «ως όφις εφ οδού» (Γεν. 49:17), θα είναι πολιτικό πρόσωπο, ωραίος και θελκτικός, και θα κάνει σατανικά θαύματα για να παραπλανήσει τους εκλεκτούς (πρβλ. Μ. Αθανασιου ΒΕΠΕΣ, 35, σελ. 132 & Ανδρέα Καισαρίας, P.G. 106, 301, 398) και συνεπώς επίκειται η δευτέρα παρουσία και η καταστροφή του αντίχριστου.
  • 1967 μ.Χ.: Ο Ευαγγελικός συγγραφέας Hal Lindsey στο μπεστ-σέλλερ βιβλίο του Ο Τελευταίος Πλανήτης Γη προβλέπει άμεσο Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Έλευση του Χριστού να ακολουθεί. Στα επόμενα χρόνια, παρόλη τη διάψευση, συνεχίζει να γράφει βιβλία με εσχατολογικές ερμηνείες σύγχρονων γεγονότων, και να διακηρύττει ότι «βρισκόμαστε πολύ κοντά»...
  • 1975 μ.Χ.: Η οργάνωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά, από το 1969 υποστηρίζει ότι το 1975 λήγουν 6.000 χρόνια από τη δημιουργία του Αδάμ, που έλαβε χώρα το 4026 π.Χ., και άρα θα αρχίσει η Χιλιετής Βασιλεία.
  • 1981 μ.Χ.: Ο πεντηκοστιανός Chuck Smith της Εκκλησίας του Γολγοθά στην Καλιφόρνια, προσδιορίζει το έτος αυτό ως το έτος που θα λάβει χώρα η αρπαγή της Εκκλησίας στον ουρανό”.
  • 1983 μ.Χ.: Ο πασίγνωστος γκουρού Osho, με διδασκαλία ανάμικτη από Βουδισμό-Χριστιανισμό προσδιορίζει το τέλος ανάμεσα στα έτη 1983-1999 μ.Χ.
  • 1988 μ.Χ.: Ο Edgar Whisenant κυκλοφορεί το βιβλίο του με τίτλο 88 Λόγοι για τους οποίους πιστεύω ότι ο Χριστός θα έρθει το 1988...
  • 1988 μ.Χ.: Ο Hal Lindsey στο βιβλίο του Η Τελευταία Γενιά, στηριζόμενος στο Ματ. 24:34, καταλήγει ότι εκείνο το έτος πρέπει να γίνει η Δεύτερη Έλευση, προσθέτοντας 40 χρόνια (μία γενιά) στο 1948, έτος ιδρύσεως του Κράτους του Ισραήλ!
  • 1991 μ.Χ.: Η «Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία Πεντηκοστής», αναμένει με σιγουριά ότι στη δεκαετία αυτή θα γίνει η «αρπαγή της Εκκλησίας» στον ουρανό, και ο ερχομός του Αντιχρίστου, του οποίου η βασιλεία θα διαρκέσει 7 χρόνια κατά τα οποία θα γίνει ο Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (άρθρο Η Δεκαετία Των Μεγάλων Γεγονότων του Κ. Κονδύλη στην εφημερίδα Χριστιανισμός, 1-1-1991).
  • 1993 μ.Χ.: Η Νεο-εποχίτικη αίρεση «Μεγάλη Λευκή Αδελφότητα» προβλέπει το τέλος του κόσμου την 14η Νοεμβρίου 1993.
  • 1995 μ.Χ.: Πεντηκοστιανή Εκκλησία στην Κορέα διακηρύττει, κατόπιν προφητείας, ότι ο Χριστός θα επιστρέψει στις 28 Οκτωβρίου του έτους εκείνου. Τη διεθνή εκστρατεία για αυτήν την προφητεία, μετά την αποτυχία της, ακολουθεί δημόσια συγγνώμη εκ μέρους των ηγετών της εκκλησίας...
  • 1996 μ.Χ.: Οπαδοί της χρονολόγησης του Ιρλανδού αρχιεπισκόπου Τζέημς Ούσσερ (16ος αιώνας) πιστεύουν ότι έφτασε η συντέλεια, αφού ο Ούσσερ υπολόγιζε τη δημιουργία του Αδάμ στο έτος 4.004 π.Χ.
  • 1998 μ.Χ.: Ο μέντιουμ Έντγκαρ Κέηση, ο διαβόητος κοιμώμενος προφήτης”, προσδιορίζει το έτος αυτό ως έτος ελεύσεως του Χριστού.
  • 1998 μ.Χ.: Ο Χο-Μινγκ-Τσέη, ηγέτης μίας χριστιανο-βουδιστικής σέχτας, προσδιορίζει ως ημερομηνία επιστροφής του Χριστού την 31η Μαρτίου 1998.
  • 1998-2001 μ.Χ. Η θρησκευτική οργάνωση «Οίκος του Γιάχγουε», υποστηρίζει την έλευση του τέλους του κόσμου που θα ολοκληρωθεί μέχρι το 2001 μ.Χ.
  • 1999-2034 μ.Χ. Οι εσωτεριστές οπαδοί των μυστικών της Μεγάλης Πυραμίδας διαβλέπουν μέσα στις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες της πυραμίδας του Χέοπος το Πλήρωμα του Χρόνου”, και το 2034 μ.Χ. την εμφάνιση του Μυημένου” το 2039 μ.Χ. την Παρουσία του Μεσσία.

 ***

Παρατηρήσεις και συμπεράσματα

 Ο μακρύς αυτός κατάλογος είναι ενδεικτικός και όχι εξαντλητικός των αποτυχημένων προβλέψεων περί του τέλους. Η προσεκτική μελέτη όμως αυτών των περιπτώσεων μπορεί να μας οδηγήσει σε ορισμένα ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

1. Κατ' αρχάς, οι συνεχείς αποτυχημένες προβλέψεις για την Δευτέρα Παρουσία και τη Συντέλεια, αποκαλύπτουν ότι είναι ανέφικτη η ασφαλής πρόβλεψη της εγγύτητας του τέλους, και μάλιστα με μαθηματικούς υπολογισμούς. Και τούτο, διότι, δεν το επιτρέπουν τα βιβλικά δεδομένα. Αυτά δίνουν μόνο το γενικό πλαίσιο των εσχάτων και μας υποδεικνύουν να είμαστε άγρυπνοι, αντί να υπολογίζουμε το τέλος με επισφαλείς και αυθαίρετους τρόπους. Τα εσχατολογικά θέματα είναι δύσκολα και κάπως ασαφή. Είναι σαν να βλέπουμε ένα τοπίο αλλά θαμπά και όχι με ευκρίνεια. Οι εσχατολογικές προφητείες δεν μπορούν να κατανοηθούν πλήρως, παρά μόνο μετά την εκπλήρωσή τους. Όπως ορθά παρατήρησε ο Χρυσόστομος «προφητεία δε όταν συνεσκιασμένως λέγεται, μετά την των πραγμάτων έκβασιν γίνεται σαφεστέρα, προ δε της εκβάσεως ουδαμώς» (Περί ασάφειας των προφητειών).

Αν η μέθοδος υπολογισμού της εγγύτητας του τέλους μέσω χρονικών υπολογισμών βασισμένων σε χωρία της Παλαιάς Διαθήκης ήταν ορθή, ασφαλώς, θα έκανε χρήση αυτής τόσο ο Ιησούς όσο και οι απόστολοι και οι θεόπνευστοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης. Αλλά κάτι τέτοιο δεν το έκαναν.

2. Οι αποτυχίες προβλέψεως εγγύτητας του τέλους βέβαια, δεν σημαίνει ότι το τέλος δεν θα έρθει στον καιρό που πρέπει. Ο Θεός και ο Λόγος του, η Βίβλος, δεν αποτυγχάνουν. Οι άνθρωποι απέτυχαν παρά τις καλές ενδεχομένως προθέσεις τους, και αποτυγχάνουν, γιατί, είτε αγνοούν τον Λόγο του Θεού, είτε την ορθή ερμηνεία του Λόγου Του, είτε γιατί βιάζονται να έρθει ο Χριστός στην εποχή τους για να απαλλαγούν σύντομα από τις θλίψεις, τα παθήματα και το θάνατο. ¨όπως ορθά παρατήρησε ο λόγιος H. H. Rowley: «Οι πολυάριθμες προσπάθειες από τους δεδηλωμένους οπαδούς (του Ιησού) να αποκτήσουν ακριβή γνώση, μου φαίνονται ως απόδειξη σοβαρής έλλειψης αφοσίωσης προς Εκείνον που ανακοίνωσε ότι τα μυστικά που μάταια πασχίζουν να εξιχνιάσουν φυλάσσονται μόνο για τον ίδιο το Θεό» (The relevance of apocalyptic: A study of Jewish and Christian apocalypses from Daniel to the Revelation, σ. 119). Ο Αυγουστίνος, παρά τις νεοπλατωνικές επιρροές του, σε κάποια στιγμή, συνέλαβε ορθά και τόνισε το επόμενο σημείο: «Πιστεύουμε ότι όλα αυτά τα πράγματα θα γίνουν. Αλλά με ποιον τρόπο και με ποια σειρά, αυτό η ανθρώπινη νόηση δεν μπορεί να μας το διδάξει στην εντέλεια, παρά μόνο η εμπειρία των ίδιων των γεγονότων» (τα πλάγια γράμματα δικά μου). Και αλλού: «Η ημέρα εκείνη είναι κρυμμένη από εμάς ώστε να είμαστε άγρυπνοι κάθε ημέρα… Αυτός που αγαπά την έλευση του Κυρίου, δεν είναι αυτός που βεβαιώνει πως αυτή είναι μακριά ούτε αυτός που λέει πως είναι κοντά, αλλά εκείνος που άσχετα ένα είναι μακριά ή κοντά, την περιμένει με ειλικρινή πίστη, σταθερή πίστη και ένθερμη αγάπη».

3. Ένα άλλο συμπέρασμα που εξάγεται, είναι, ότι η έντονη εσχατολογική κίνηση των τριών πρώτων αιώνων μ.Χ., ατόνησε βαθμιαία από τον 4ο αιώνας και μετέπειτα, μέχρι το έτος 1000 μ.Χ., την εποχή δηλαδή, που η Εκκλησία απέκτησε κύρος, δύναμη και ανεξαρτησία και μάλιστα η Δυτική, ποδηγέτησε την κρατική εξουσία (Μεσαίωνας). Από τότε και μετά αναζωπυρώνεται, και διάφορα χιλιαστικά και εσχατολογικά κινήματα εμφανίζονται, τα οποία αποκορυφώνονται τον 19ο και 20ό αιώνα. Κύριοι λόγοι κάμψης του εσχατολογικού κινήματος μεταξύ του 4ου και 10ου αιώνας είναι η απογοήτευση από την αναμενόμενη έλευση του τέλους, η επίσημη αναγνώριση του Χριστιανισμού από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και, κυρίως, η διείσδυση της ελληνικής φιλοσοφίας στον Χριστιανισμό με τον Ωριγένη, Αυγουστίνο και άλλους Πατέρες, η οποία έστρεψε το αρχικό εσχατολογικό ρεύμα, σε άλλη κατεύθυνση (αθανασία της ψυχής, και μετάβασή της στον Παράδεισο) αντί της αρχικής (ανάσταση νεκρών και αποκατάσταση Παραδείσου πάνω στη γη).

 Η εγκυκλοπαίδεια Britannica σημειώνει ότι «στον Μεσαιωνικό Χριστιανικό κόσμο, η εσχατολογία της Κ.Δ. έδωσε τη θέση της σ' ένα δογματικό σύστημα, τα φιλοσοφικά θεμέλια του οποίου είναι Πλατωνικά-Αριστοτελικά».

Οι Μεσσιανικές προσδοκίες φαίνεται ότι ήσαν πάντα πιο έντονες σε περιόδους διωγμού, κρίσεως και καταστροφών, καθώς και σε κομβικές χρονικές περιόδους ή έτη (π.χ. 1000 μ.Χ., 1500 μ.Χ., 2000 μ.Χ.).

4. Η έξαρση του φαινομένου της εσχατολογικής κίνησης στις μέρες μας, είναι μεγαλύτερη από τις προηγούμενες περιόδους όπως δείχνουν οι πυκνές προβλέψεις και οι αντίστοιχες αποτυχίες των οπαδών τους στις δεκαετίες του 1980 και 1990. Αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει στο ότι με το τέλος της χιλιετίας (millenium) υπάρχει μεγάλη ανησυχία λόγω της αρχαίας, διάχυτης πίστης ότι, μετά από 6.000 χρόνια ανθρώπινης ιστορίας, μόχθου και αγώνα κατά της αμαρτίας, έρχεται η 1000ετής ανάπαυση (Σάββατο αναπαύσεως), άποψη που δεν έχει επαρκή βιβλική βάση, παρόλο που αναφέρεται στους αρχαίους εκκλησιαστικούς συγγραφείς του 2ου και 3ου μ.Χ. αιώνα.

Ωστόσο, η έξαρση των φαινομένων, μπορεί να οφείλεται και στα τελειότερα μέσα πληροφοριών που έχουμε σήμερα σε σχέση με το παρελθόν. Σήμερα, στο Internet, υπάρχουν 628.000 σελίδες που περιέχουν πληροφορίες για διάφορες χριστιανικές ομάδες που ασχολούνται συστηματικά με το τέλος του κόσμου...

5. Μετά από όλα αυτά, το τελικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι, ότι οι Χριστιανοί δεν θα πρέπει να ανησυχούν υπερβολικά για την έλευση κάποιου υποτιθέμενου Αντίχριστου, ή την εγγύτητα του τέλους, ούτε να ζουν με το σύνδρομο ή το άγχος της «συντέλειας του αιώνος». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να φτάσουν στο άλλο άκρο, να είναι δηλαδή, νωθροί και αδιάφοροι για το σπουδαίο θέμα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Τα μέλη της εκκλησίας θα πρέπει να βιώνουν τα «έσχατα» συνεχώς με επαγρύπνηση. Πρέπει να βρίσκονται σε διαρκή επαγρύπνηση και ετοιμότητα, όπως ένας φρουρός είναι άγρυπνος στο φυλάκιό του, αντί να μετράνε καιρούς και χρόνους. Γιατί η μόνη ασφαλής συμβουλή είναι: «Καθ' ην ου δοκείτε ώρα ο Υιός του Ανθρώπου έρχεται”, αφού την ημέρα και την ώρα και τον καιρό τα γνωρίζει μόνον ο Ουράνιος Πατέρας και κανένας άγγελος ή άνθρωπος, όσο σοφός ή ευσεβής κι αν είναι. Γι' αυτό και κανείς δεν πρέπει να φρονεί «υπέρ ότι είναι γεγραμμένον» (Α΄Κορ. 4:6).

***

 

Συνοπτική Βιβλιογραφία

 

  • Kirshc, Jonathan. Μια ιστορία για τη συντέλεια του κόσμου. Αθήνα: Ενάλιος, 2015.
  • Murray, George Raymond. Jesus and the last days: the interpretation of the Olivet discourse. Peabody, Mass.: Hendrickson Publishers, 1993.
  • Norman, Cohn. Αγώνες για την έλευση της χιλιετούς βασιλείας του Θεού. Επαναστάτες χιλιαστές και μυστικιστές αναρχικοί του Μεσαίωνα. Αθήνα: Νησίδες, 1999.
  • Weber, Eugen. Η συντέλεια του κόσμου: Προφητείες, αιρέσεις, χιλιαστικά οράματα. Αθήνα: Στάχυ, 2000.
  • Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά—Διαγγελείς της Βασιλείας του Θεού. Brooklyn, N.Y.: Watchtower Bible and Tract Society of New York, 1993.
  • Σκόντζος, Λάμπρος, και Δημήτρης Ριζούλης. Το τέλος του κόσμου, ο Αντίχριστος, ο Αρμαγεδδών και η συντέλεια σύμφωνα με την Ορθόδοξη εσχατολογία. 2012.
  • Χρήστου, Παναγιώτης Κ. Εκκλησιαστική γραμματολογία: Πατέρες και θεολόγοι του χριστιανισμού. Θεσσαλονίκη: Κυρομάνος, 2002.
  • God and Religion, Περιοδικό (τεύχος 4ο, 1999).
  • Chiliasmus, λήμμα-άρθρο στην Theologishe Realenzyklopadie (1981).
  • Millenium, λήμμα-άρθρο, στις εγκυκλοπαίδειες Britannica και Μεγάλη Αμερικανική.
  • Ανατομία της Δευτέρας Παρουσίας. Συνέντευξη του καθ. Θεολογίας Παν/μίου Αθηνών, Βασίλη Τσάκωνα στην Α. Μπαλη. Περ. Τρίτο Μάτι, τεύχος 35 (Μάιος 1994).
  • Δημ. Σκαρτσιούνης, Οι προφήτες προειδοποιούν.
  • Νεκτάριου Μουλατσιωτη, Πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας;