Η απο-προσωποποίηση του κακού

«Ο Θεός είναι νεκρός!». Το σλόγκαν αυτό βγαλμένο από τα χείλη ενός ρηξικέλευθου Γερμανού φιλόσοφου του 19ου αιώνα, έκανε το γύρο του σ’ όλο τον κόσμο και θρονιάστηκε για τα καλά, στις διάνοιες διανοουμένων και μη, σ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Δεν είναι υπερβολή, νομίζω, να λεχθεί ότι η άμεση συνέπεια αποδοχής αυτής της ρήσης σε πολλούς τομείς και παραμέτρους, σε συνδυασμό με την επικράτηση της θεωρίας πάλης τάξεων» (Marx)* και «του αγώνα περί υπάρξεως» (Δαρβίνος), επέφερε τα μεγάλα δραματικά γεγονότα του 20ου αιώνα—τη δημιουργία παγκόσμιων πολέμων, ολοκληρωτικών καθεστώτων, του ολοκαυτώματος, της ατομικής βόμβας, στρατοπέδων συγκέντρωσης, γενοκτονιών κ.λπ.

Δηλονότι, η απάρνηση του Θεού, επέφερε στη ζωή μας και την ανάλογη επαύξηση του κακού. «Χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται», έλεγε χαρακτηριστικά ο Ντοστογιέφσκι, και ιδού η επαλήθευσή του ρητού στη (μετα)χριστιανική-αθεϊστική, εκκοσμικευμένη εποχή μας—εξαχρείωση ηθών, άνοδος της εγκληματικότητας, αύξηση βίας και αιματοχυσίας κ.λπ. Ωστόσο, η άρνηση του θείου και η αποβολή της παραδοσιακής έννοιας του Θεού στον 20ό αιώνα, οδήγησε και σε μιαν αντίστοιχη άρνηση—της παραδοσιακής έννοιας του κακού.

Το κακό ανά τους αιώνες, στη Δύση, είχε επικρατήσει με δύο έννοιες—την έννοια απλά του κακού, ήτοι, του γεγονότος ότι υπάρχει δυστυχία και πόνος στη ζωή μας, που προξενείται από τον άνθρωπο, ή διάφορες φυσικές δυνάμεις και καταστροφές, και την έννοια ενός «αόρατου πνευματικού προσώπου», που είναι ο πρωτουργός του κακού, ενός αντι-θεού, του Σατανά ή Διαβόλου. Πρόκειται κυρίως, για μια ιουδαιοχριστιανική κληρονομιά, που διαδόθηκε μαζί με την διάδοση και επικράτηση του Χριστιανισμού.

Τώρα όμως, η διαπίστωση είναι απλή. Μαζί με την αποβολή της έννοιας του Θεού και της αποδοχής του παραδοσιακού του ρόλου (Δημιουργού, Πατέρα, προνοητή, συντηρητή και ρυθμιστή της ζωής, κ.ά.) στη φύση και στον άνθρωπο, εξοβελίστηκε και η αντίστοιχη έννοια του αντι-θεού, του εναντιουμένου στο Θεό (Σατανά), ως έννοια μυθολογική μεσαιωνική, σκοταδιστική και συνεπώς, τελείως περιττή για το σύγχρονο άνθρωπο, ως λείψανο αρχαίας δεισιδαιμονίας.

Ο επιστημονικός ορθολογισμός και ο άκρατος σκεπτικισμός του 19ου και 20ού αιώνα, οδήγησαν ολίγον κατ’ ολίγον, στην απο-προσωποποίηση του κακού. Το κακό, βέβαια, ήδη από την πατερική εποχή, είχε θεωρηθεί από ορισμένους νεοπλατωνικούς πατέρες (Βασίλειο, Γρηγόριο Νύσσης κ.ά.) ως το μη ον. Κατ’ αυτούς, το κακό είναι η έλλειψη του αγαθού, όπως το σκοτάδι είναι η έλλειψη του φωτός. Παρά τη λεπτή αυτή φιλοσοφική διάκριση, ωστόσο, οι πατέρες της εκκλησίας δεν έπαψαν ποτέ να αποδέχονται την βιβλική άποψη, ότι ο άνθρωπος είναι αυτεξούσιος. Ότι μπορεί να επιτελέσει το κακό αν θέλει, ή να το αποφύγει. Και ότι ηγέτης του κακού στο πνευματικό βασίλειο δεν είναι κανείς άλλος, παρά ένας «εκπεσών άγγελος», ένας άγγελος αντάρτης, ο Σατανάς (=εναντιούμένος) ή Διάβολος (=συκοφάντης) ή Εωσφόρος, σύμφωνα με μερικούς, ο οποίος ηγείται ενός πνευματικού πονηρού βασιλείου, και παραπλανά την οικουμένη όλη, κινούμενος καθαρά από εγωισμό και μοχθηρία κατά της θείας κτίσης (πρβλ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, P.G. τομ. 49, 257-262)*.

Εκτός από τις διάφορες διδασκαλίες και θεωρίες περί κακού που υποστηρίχτηκαν, γεγονός, είναι, ότι μεσολάβησαν κι άλλα πολλά για να καταλήξει ο σύγχρονος άνθρωπος, σε μια τέλεια απο-προσωποποίηση του κακού. Μεσολάβησε η παρουσία και η ανάπτυξη της επιστήμης, καθώς και η διάδοση της υλιστικής κοσμοθεωρίας. Μεσολάβησε ο σκεπτικισμός για την ύπαρξη αόρατου πνευματικού βασιλείου (πιστεύω μόνο ό,τι βλέπω και αισθάνομαι), σύγχυση των εννοιών ως προς το τι είναι αγαθόν και τι κακό, η ψυχανάλυση και το υποσυνείδητο, η απομυθοποίηση του βιβλικού κόσμου (entmythologisierung), όπως την έκανε ο Γερμανός θεολόγος Rudolf Bultmann και η σχολή του κ.ά., που δεν μπορώ εδώ, ούτε κρίνω σκόπιμο να εκθέσω.

Η αμφισβήτηση βέβαια, του κακού ως εμπρόσωπου πνεύματος, έχει κάποια ιστορία. Είναι γνωστό ότι στο Μεσαίωνα, γυναίκες με ψυχικά προβλήματα, επιληπτικές, και άλλες ανεπιθύμητες στην εξουσία, βαπτίζονταν ως μάγισσες και καίγονταν στην πυρά ως δαιμονόπληκτες ή δαιμονισμένες.

Η άγνοια και οι θρησκευτικο-πολιτικές σκοπιμότητες οδηγούσαν την ιεραρχία στην παπική Δύση, άλλοτε να κάνει χρήση επίσημων εξορκισμών, και άλλοτε^ χρήση της πυράς, προς αντιμετώπιση του αόρατου κακού που εμφανιζόταν, υπό μορφήν ζώου (με δίχηλα πόδια, κέρατα, φτερά νυχτερίδας κ.λπ.), όπως απεικονίζεται στους πίνακες του Γάλλου ζωγράφου Gustave Doré, και που ενίοτε κατελάμβανε ανύποπτους πιστούς, μετατρέποντάς τους σε υποχείρια όργανά του, σε δαιμονιζόμενους…

Υπολογίζεται, ότι ανάμεσα στον 15ο-17ο αιώνα στη Δύση βασανίστηκαν και θανατώθηκαν 50.000 άτομα με την αποτρόπαια κατηγορία της σατανοκίνητης μαγείας! Παρόλο που η μαγεία ανέκαθεν θεωρούνταν «ως το έδαφος που τρέφει τον Σατανά», ήδη στα τελευταία χρόνια, το Βατικανό έκανε μια επίσημη στροφή και, από το 1614 μ.Χ., για πρώτη φορά, εφιστά την προσοχή στους ιερωμένους να εξετάζουν τα γεγονότα πριν τους εξορκισμούς και να παραπέμπουν πιστούς και αμφιβάλλοντας, πρώτα στους ψυχίατρους και στο ψυχαναλυτικό ανάκλιντρο, και εν εσχάτη ανάγκη να καταφεύγουν στους αγιασμούς και στους εξορκισμούς… ακολουθώντας το ένστικτό τους, για το πότε θα κάνουν το ένα και πότε το άλλο.

***

Η μοντέρνα φιλελεύθερη θεολογία, αφού ακολούθησε διάφορες ερμηνευτικές μεθόδους και ατραπούς, και αφού προχώρησε στην απομυθοποίηση των πάντων και στην υπαρξιακή και ψυχαναλυτική ερμηνεία των βιβλικών κειμένων, αφού αμφισβήτησε την παρθενική γέννηση του Ιησού, την ανάστασή του και άλλα βασικά χριστιανικά δόγματα, προσδίδοντας σ’ αυτά άλλην έννοια και άλλο περιεχόμενο, δεν είχε καμιά δυσκολία να απορρίψει το Σατανά ως πνευματικό ον, ως άρχοντα του κακού και να αποφασίσει ότι το κακό είναι μια αφηρημένη έννοια παρά ένα «συγκεκριμένο αόρατο πρόσωπο». Και με άνεση το έκανε. Έτσι, ο Διάβολος θεωρήθηκε ως επινόηση του αμαθούς ανθρώπου για να ερμηνεύσει τη δική του προβληματική και αντιφατική κατάσταση, «το ζωώδες μέρος της ανθρώπινης φύσης» και την ύπαρξη εν γένει του κακού στη ζωή του.

Όπως σημείωσε ο Ludovic Kennedy στο βιβλίο του All in the Mind: A Farewell to God, κάποτε οι άνθρωποι πίστευαν και στο Θεό και στον άρχοντα του σκότους, το Διάβολο. Αργότερα, απέδωσαν την έννοια του Διαβόλου ως ένα δημιούργημα των Ιουδαιοχριστιανών με το οποίο ήθελαν να προσδώσουν υπόσταση στην πονηριά. Τελικά, εννόησαν ότι ήταν φανταστική οντότητα, και την απέρριψαν αθόρυβα…» Η τελευταία φράση είναι νομίζω ιδιαίτερα αποκαλυπτική—«την απέρριψαν αθόρυβα». Κάποιος άλλος συγγραφέας παρατήρησε ότι «οι διανοούμενοι εξεδίωξαν τον Διάβολο από το σύστημα των δοξασιών τους δογματικά και χωρίς διατυπώσεις. Έκλεισαν επάνω του τη θύρα με θόρυβο, την κλείδωσαν και την σφράγισαν…»

Διάφοροι σύγχρονοι θεολόγοι σαν τον Hans Küng επισήμαναν ότι «οι αρχαίοι Εβραίοι δεν πίστευαν στο Διάβολο και ότι πρέπει η έννοια να προήλθε από τη βαβυλωνιακή ή περσική μυθολογία (Αριμάν) κι έτσι παρεισέφρησε στον αρχικό Ιουδαϊσμό και απ’ εκεί στην Καινή Διαθήκη». Όμως, η θέση αυτή της σύγχρονης θεολογικής ερμηνευτικής, είναι άκρως προβληματική. Διότι, τόσο ο Ιησούς όσο και οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, φαίνονται να δέχονται αναμφίβολα ότι ο Σατανάς και οι δαίμονές του είναι πνευματικά όντα, όπως ακριβώς είναι ο Θεός και οι αγαθοί άγγελοί του. Ο Ιησούς είναι γνωστόν ότι επειράσθη από τον Διάβολο τρεις φορές και όχι από κάποια πονηρή έννοια.

Ο Ιησούς απεκάλεσε τον Σατανά «πατέρα του ψεύδους», «ανθρωποκτόνο», «άρχοντα του νυν αιώνος», «άρχοντα των διαμονίων» και θεράπευσε κάποιους δαιμονιζόμενους σε μια εποχή που ο Σατανάς έκανε επίδειξη δυνάμεως και αντιπερισπασμού εναντίον του (Ματθ. 4:1-11· 12:22-28· 25:41· Ιωα. 8:44· 14:30). Ο απ. Παύλος αποκαλεί τον Διάβολο «θεόν του κόσμου τούτου», που ετύφλωσε τον νουν των απίστων για να μην επιλάμψει το φως του Ευαγγελίου του Χριστού. Έτσι, «η μαρτυρία της Καινής διαθήκης είναι ξεκάθαρη. Ο Σατανάς είναι μια μοχθηρή πραγματικότητα, πάντοτε εχθρικός απέναντι στο Θεό και στο λαό του» (Λ. Λ. Μόρρυ). Άλλωστε, σύμφωνα με το βιβλίο της ιωάννειας Αποκάλυψης, ο Σατανάς κι οι δαίμονές του, τελικά, «φυλακίζονται στην άβυσσο» κι εκμηδενίζονται για να επικρατήσουν «νέοι ουρανοί και νέα γη». Αυτό είναι το δυναμικό και ελπιδοφόρο εσχατολογικό ευαγγέλιο τουΧχριστιανισμού. Η κατίσχυση των θεϊκών δυνάμεων κατά των αντίθεων πονηρών υπάρξεων, και η εκμηδένιση του κακού στη συμβολική «λίμνη του πυρός».

Η απουσία του Σατανά από τα αρχαιότερα βιβλία της Παλιάς Διαθήκης την οποία επισήμαναν μερικοί μελετητές, μπορεί να εξηγηθεί κάλλιστα, από το γεγονός της σταδιακής αποκάλυψης ορισμένων αληθειών, και όχι από τη δήθεν παγανιστική τους προέλευση από γειτονικούς λαούς, παρατηρεί ο Jeffrey Burton Russell στο ενδιαφέρον βιβλίο του Devil: Perceptions of Evil from Antiquity to Primitive Christianity.

***

Αλλά ας επανέλθουμε στο κύριο θέμα μας και ας συνοψίσουμε. Γεγονός είναι, ότι σ’ όλες τις έννοιες και στα πράγματα, γίνονται υπερβολές και καταχρήσεις. Είναι κακή σκέψη, ευφάνταστη, ότι ο Διάβολος είναι ον με ουρά και κέρατα σαν το θεό Πάνα, όπως τον πίστευαν και τον φιλοτέχνησαν στο Μεσαίωνα άρχοντα της κολάσεως με καζάνια, τρίαινα και πιρούνες (Κόλαση του Δάντη). Είναι εύκολη λύση, όλες τις ανθρώπινες αποτυχίες, τα λάθη και τις ευθύνες, να τις φορτώνει κανείς σ’ ένα άλλο ον υπέρτερο πονηρό και αόρατο—το Σατανά. Βέβαια, αν δεχθεί κανείς την ύπαρξη Διαβόλου, σε τελευταία ανάλυση, άλλη είναι η ευθύνη του Σατανά για το κακόν και άλλη η ευθύνη του ανθρώπου. Η μία δεν αίρει ούτε αποκλείει την άλλη. Είναι ασφαλώς αυτεξούσιοι, συνυπαίτιοι και συνυπεύθυνοι, όσοι παράγουν το κακόν ενώ μπορούν να το αποφύγουν, εάν θέλουν.

Ο Γάλλος ποιητής και συγγραφέας Paul Claudel, έθεσε το ζήτημα απλά: «Αν δεν υπήρχε ο Διάβολος, ποιος θα είχε ανάγκη τον καλό Θεό;» Βιβλικά ομιλούντες χρειαζόμαστε το Θεό όχι μόνο γιατί είναι «ο δοτήρας της ζωής και παντός τελείου δώρου», αλλά και για να προστατευόμαστε από το Διάβολο και τις ποικίλες πανούργες επιθέσεις του. Ακόμη, η ύπαρξή του Διαβόλου σαφώς προϋποθέτει την ύπαρξη και την προστασία του Θεού. Από την άλλη, η ανάπτυξη και η εξάπλωση του σατανισμού στις ημέρες μας, η φρίκη των δύο παγκοσμίων πολέμων, οι αδικαιολόγητες σφαγές και η παρανοϊκότητα του ανθρώπου, που παρά την σοφία και την επιστήμη του, παρά την ιστορική του γνώση, παρόλο που γνωρίζει ότι πρέπει να αποφεύγει το κακό, και την δυστυχία, ωστόσο δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί απ’ αυτά, θέτει επί τάπητος επιτακτικά το πυρίκαυστο ερώτημα του Eugène Ionesco: «Μήπως δεν μπορεί να ερμηνευτεί το κακό, η σφαγή, η αδικία η αιματοχυσία, επί αιώνες στην ιστορία, με άλλον τρόπο, παρά με την αποδοχή και της ύπαρξης ενός υπερανθρώπινου αόρατου κακού; Η ιστορία είναι ακατανόητη, αν παραλείπαμε το δαιμονικό στοιχείο στον κόσμο». (Welt Am Sonntag, 2/9/79).

Ασφαλώς, μόνον ο άνθρωπος και η κακία του, η απληστία του και η ιδιοτέλειά του, δεν επαρκούν για να εξηγήσουν την ποικιλόμορφη ύπαρξη του κακού στον κόσμο. «Για πρώτη φορά μετά το βιβλίο του Ιώβ, ο Διάβολος βρέθηκε στην ανεργία… Ετέθη σε αργία αλλά δεν έμεινε άπρακτος. Στον 20ό αιώνα είδαμε να διαπράττεται εν ψυχρώ η μεγαλύτερη εκδήλωση του κακού σε ολόκληρη την ιστορία», δήλωσε πρόσφατα ο γνωστός Ισραηλινός συγγραφέας Amos Oz

 Και, φυσικά, σε τίποτα δεν οφελεί η απο-προσωποποίηση του κακού, σε περίπτωση που υπάρχει και αόρατος πονηρός πνευματικός κόσμος, συνυπεύθυνος για το κακό, μαζί με τον άνθρωπο· είναι καθαρός στρουθοκαμηλισμός. «Η μεγαλύτερη επιτυχία του αρχηγέτη του κακού είναι να πείσει απλά ότι δεν υπάρχει, όπως κι ενός πνευματικού εχθρού να πείσει ότι είναι ακίνδυνος», παρατήρησε κάποτε προσφυώς, ο καρδινάλιος Ratzinger και πρώην πάπας Βενέδικτος.

Απ’ την άλλη, η αποδοχή ύπαρξης ενός αρχηγικού κακού πνευματικού όντος, οδηγεί κατ’ ανάγκην στην αποδοχή ύπαρξης ενός ανώτερου, υπέρτερου πνευματικού όντος. Έτσι, τελικά, καταλήγουμε εξ αντιδιαστολής, ότι όχι μόνον η κόλαση είναι ο άλλος (Sartre) αλλά και το αγαθόν είναι ο άλλος, και το υπέρτατο αγαθόν υπαρκτό, σε αντιστοιχία και αντιδιαστολή με το υπαρκτό κακό.