Η επίδραση του Δαρβίνου στη σκέψη του Νίκου Καζαντζάκη

Όχι ο Θεός θα μας σώσει.
Εμείς θα σώσουμε το Θεό πολεμώντας,
δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνεύμα.

Ασκητική

Αν θέλαμε ν’ αναγνωρίσουμε
στο θρησκευτικό όραμα του Καζαντζάκη μιαν μονάχα αρετή,
θα ήταν ίσως, η πίστη του στο δαρβινισμό.

Peter Bien

 

Όταν έγραψα το δοκίμιό μου «Οι πνευματικοί πατέρες του Νίκου Καζαντζάκη» (Οδός Πανός Ιανουάριος–Μάρτιος 2005) που μεταφράστηκε στην Αγγλική, και εκδόθηκε ήδη, είχα επισημάνει μεταξύ των μη ομολογουμένων από τον Καζαντζάκη πνευματικών του πατέρων, και τον Δαρβίνο.

Ο Καζαντζάκης ως πνευματικό του πατέρα μεταξύ του Ομήρου, Βούδα, Χριστού και Νίτσε, μνημονεύει και τον Μπερξόν ή Μπερξόνα όπως του άρεζε να τον ονομάζει. Δεν κάνει λόγο όμως, για τους κρυφούς πνευματικούς του πατέρες που τον γαλούχησαν, όπως είναι ο Ντοστογιέφκσι, ο Τολστόι, υπαρξιακοί στοχαστές, συναξάρια και Ανατολική Παράδοση, Απόκρυφα Ευαγγέλια, και, κυρίως, για την Θεοσοφία (Μπλαβάτσκυ) και τον ελευθεροτεκτονισμό ή την Γνωστική Θεολογία. Στην παραπάνω μελέτη μου έδειξα πόσο μεγάλη επίδραση δέχτηκε ο Καζαντζάκης από την τελευταία πηγή τη θεοσοφία, το Γνωστικισμό και τον Ελευθεροτεκτονισμό. Ωστόσο, μια μεταγενέστερη επισκόπηση του έργου του, με έπεισε ότι, εξ ίσου μεγάλη ήταν η επίδραση που δέχτηκε - και είναι εμφανής στο έργο του και στην κοσμοβιοθεωρία του -, από τον Κάρολο Δαρβίνο (1809-1882). Και, ασφαλώς, φαίνεται ορθή η κρίση ενός από τους εγκυρότερους μελετητές του έργου του, του Πήτερ Μπιν (Peter Bien) ότι, στόχος του Καζαντζάκη ήταν να κάνει την εκκλησία να συμφωνήσει με την ερμηνεία της επιστήμης του 20ου αι. και, ιδίως, με τον Δαρβινισμό, με μια μέθοδο τού πώς να είμαστε θρήσκοι σ’ έναν δαρβινικό κόσμο(1).

Ανεξάρτητα, του θέματος και ζητήματος κατά πόσον Χριστιανισμός και Δαρβινισμός συμβιβάζονται μεταξύ τους – αρκεί να θυμηθούμε ότι μαίνεται ο πόλεμος μεταξύ εξελικτιστών και φονταμενταλιστών δημιουργιστών -, η προσπάθεια του Καζαντζάκη να συμβιβάσει τη χριστιανική πίστη με τη Δαρβίνεια θεωρία, είναι εμφανής σχεδόν σ’ όλο του το έργο, ποιητικό, θεατρικό και πεζογραφικό.

Ο Καζαντζάκης, ποτέ δεν ήταν ικανοποιημένος με τον πατροπαράδοτο Χριστιανισμό ως ιδεολογία και ως θρήσκευμα (ήταν φανερός αντικληρικαλιστής) όπως το αναφέρει ο ίδιος στο «Αναφορά στο Γκρέκο», στις επιστολές του, και άλλου. Είχε υπόψη του έναν μετα-χριστιανισμό, στον οποίο χωράει ο Δαρβινισμός, γιατί ο κόσμος, η φύση, και ο άνθρωπος εξελίσσονται συνεχώς. «Τα πάντα ρει και ουδέν μένει», όπως έλεγε και ο Ηράκλειτος. Τίποτα δεν είναι στατικό. Ούτε και ο ίδιος ο Θεός… Και αυτός, είναι ένας εξελισσόμενος Θεός, μια πνευματική ιδέα, και δεν μπορεί να θεωρηθεί από κάθε άποψη τέλειος, ακίνητος, αναλλοίωτος, απόλυτος, όπως τον θέλει ο Χριστιανισμός. Είναι ένας Θεός που μπορούμε να του δώσουμε το όνομα «Άβυσσος, Μυστήριο, Απόλυτο σκοτάδι, Απόλυτο Φως, Ύλη, Πνεύμα, Τελευταία Ελπίδα, Τελευταία Απελπισία, Σιωπή. Είναι μια δύναμη που χωράει τα πάντα, που γεννάει τα πάντα»(2). Είναι μια μαχόμενη Οντότητα σ’ έναν κόσμο εν εξελίξει. Έχοντας αυτές τις προϋποθέσεις κατά νουν, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα το έργο του, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ο Καζαντζάκης δέχθηκε την ισχυρή επίδραση του Δαρβινισμού με δύο τρόπους: Άμεσο και έμμεσο.

Άμεσα, δέχθηκε την επίδραση του Δαρβινισμού στην ιδεολογία του, απ’ ευθείας, από τη μελέτη του πολύκροτου βιβλίου του Δαρβίνου «Περί Γενέσεως των ειδών» (1859). Ο Καζαντζάκης υπήρξε αν όχι ο πρώτος - πρώτος θεωρείται ο Γρηγόριος Ξενόπουλος - πάντως ο μεγαλύτερος θαυμαστής, προπαγανδιστής και κήρυκας της Δαρβίνειας θεωρίας στο χώρο της λογοτεχνίας εν Ελλάδι. Αρκεί να λάβει υπ’ όψη του κανείς ότι, ήταν ο πρώτος που μετάφρασε το παραπάνω βιβλίο του Δαρβίνου στην ελληνική, και μάλιστα, το 1915. Το βιβλίο εκδόθηκε από τον ΦΕΞΗ, μεταφρασμένο από τον Κρητικό συγγραφέα σε άπταιστη καθαρεύουσα μάλιστα!

Είναι γνωστό, πόσο πρέπει να εντρυφήσει ένας μεταφραστής στο έργο κάποιου, για να το εννοήσει και να το αποδώσει σωστά. Όπως ορθά σημειώνει ο Ρουμάνος φιλόσοφος Ε.Μ. Σιοράν: «Χρειάζεται περισσότερη σκέψη για να μεταφράσεις απ’ ό,τι για να δημιουργήσεις». Μπορούμε να φανταστούμε κατ’ αρχάς, την επίδραση που είχε στη διάνοια του νεαρού Καζαντζάκη, η ρηξικέλευθη αυτή θεωρία που συναντούσε σφοδρές αντιδράσεις παντού, και, ιδιαίτερα, από τους εκπροσώπους του κλήρου των εκκλησιών. Αφού, λοιπόν, άρχισε να γίνεται της μόδας ο Δαρβινισμός, ο Καζαντζάκης όχι μόνον δεν έμεινε αδιάφορος και ασυγκίνητος, αλλά τη θεωρία του Δαρβίνου την βρήκε πολύ ελκυστική για να την οικειοποιηθεί ο ίδιος και να την διαδώσει, βάζοντας στο στόμα των ηρώων του, και στην Ασκητική του, φράσεις και σκέψεις καθαρά Δαρβινικές και ενίοτε αντιφατικές. Στην Ασκητική διαβάζουμε: «Έλεος να σε κυριέψει για το πλάσμα τούτο που ξεκόρμισε ένα πρωί από τους πίθηκους, γυμνό, ανυπεράσπιστο, χωρίς κέρατα και δόντια, μονάχα με μια σπίθα φωτιά στο μαλακό του καύκαλο»(3). Στο Αναφορά στο Γκρέκο, γράφει για το πιστεύω του: «Ο άνθρωπος δεν είναι κανακάρικο, προνομιούχο πλάσμα του Θεού,… κι αν ξύσεις λίγο το πετσί μας, αν ξύσεις λίγο την ψυχή μας, θα βρεις από κάτω τη γιαγιά μας τη μαϊμού» (4). Κι αλλού, στο ίδιο βιβλίο λίγο πιο κάτω γράφει: «Ένα ζώο κίνησε από χιλιάδες χρόνια να φτάσει, μα ακόμα δεν έφτασε… ο πίθηκος· βρισκόμαστε ακόμα στα μισά του δρόμου, στον πιθηκάνθρωπο», και ακόμη, «το δίποδο χτήνος ακολουθώντας άλλους δρόμους από τους διανοητικούς, κατόρθωσε να γίνει άνθρωπος» (5). Αυτά βέβαια, δεν είναι περίεργα, αφού τα αποδεχόταν, και ήταν ιδέες του συρμού.

Το περίεργο πάντως είναι ότι, βάζει και στο στόμα του Χριστού του, στον «Τελευταίο Πειρασμό», να λέει λόγια δαρβινιστή! «Ο άνθρωπος (συλλογίζονταν ο Ιησούς) κι αν κατάφερνε, με ακατάπαυτον αγώνα, να σταθεί στα πισινά του ποδάρια, δε θα μπορούσε ποτέ να γλιτώσει από το ζεστό, τρυφερό σφιχταγκάλιασμα της μάνας του της μαϊμούς» (6).

Ο Καζαντζάκης όμως, ήρθε σε επαφή με τον Δαρβίνο και έμμεσα, και, κυρίως, έμμεσα. Μέσω του μεγάλου Δασκάλου του, του Νίτσε, του θεοφονιά, όπως τον αποκαλούσε, ο οποίος όχι μόνο δεχόταν τον Δαρβινισμό, αλλά πρέπει να θυμηθούμε ότι ο «υπεράνθρωπός» του, ήταν ο μετα-άνθρωπος, ο εξελισσόμενος άνθρωπος, που εφοδιασμένος με δύναμη και ευφυΐα, θα γινόταν super-man, ο κυρίαρχος του κόσμου.

Ο Νίτσε έγραψε στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα»: «Κάνατε το δρόμο από το σκουλήκι στον άνθρωπο κι έχετε ακόμη μέσα σας πολύ σκουλήκι. Άλλοτε ήσασταν πίθηκοι και τώρα ακόμη ο άνθρωπος είναι πιο πίθηκος από κάθε πίθηκο». Και, «ο δρόμος μας πάει προς τα πάνω από το είδος στο υπερ-είδος» (7).

Αλλά, όπως είπα προηγουμένως, ο Καζαντζάκης έρχεται σε επαφή με τον Δαρβίνο, και από άλλον δρόμο. Είναι γνωστό ότι, σπούδασε παρά τους πόδας του Γάλλου φιλόσοφου Ενρί Μπερξόν (Henri Bergson) το 1908, ο οποίος έγραψε το περίφημο βιβλίο «Η Δημιουργός εξέλιξη» (L’ Èvolution Crèatice, 1907). Ο νεοφώτιστος Καζαντζάκης δημοσίευσε άρθρο για τον Μπερξόν το 1912, όπου αναφέρεται σε δύο υπάρχουσες ροπές ή ρεύματα. Στο ρεύμα της ύλης που οδηγεί στην απο-σύνθεση, και στο ρεύμα της ζωής που οδηγεί προς τα πάνω, στην σύνθεση. Αργότερα, τα ίδια λίγο πολύ επαναλαμβάνει και στην Ασκητική. Ο Καζαντζάκης, δηλαδή, δέχεται την φιλοσοφική βιταλιστική θεωρία του Μπερξόν, ότι υπάρχει στη φύση η élan vital, η τυφλή ζωική ή ζωτική ορμή, μια συνεχής δημιουργία που μετασχηματίζεται και μεταμορφώνεται διαρκώς…

Διαβάζουμε στην Ασκητική:

«Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε… Μα ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή… Και τα δύο ρεύματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας… η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντος» (8).

Αυτόν τον αγώνα τον εμφανίζει στον Ζορμπά, όπου ο αφηγητής, μεταξύ άλλων λέει ότι «όλοι, άνθρωποι, ζα, φυτά, άστρα, είμαστε ένα, η ίδια ουσία μάχεται τον ίδιο φοβερόν αγώνα. Ποιον αγώνα; να μετουσιώνει την ύλη και να την κάμει πνεύμα»(9).

Από τα παραπάνω προκύπτει καθαρά ότι, ο Καζαντζάκης ναι μεν ασπάζεται την θεωρία του Δαρβίνου, αλλά όχι και το αντι-τελολογικό στοιχείο της θεωρίας του, καθόσον ο Δαρβίνος στηρίζεται μόνο στη φυσική επιλογή και στον αγώνα για την ύπαρξη, αν και δεν απέκλειε την ύπαρξη Θεού - δημιουργού. Δέχεται το οιονεί τελολογικό στοιχείο, της κατευθυνόμενης εξέλιξης της ζωής που το υιοθετεί από τον Μπερξόν. Ο Καζαντζάκης διαβάζει τη βιταλιστική θεωρία του Μπερξόν με τα μάτια ενός «μυστικού χωρίς Θεό». Αυτή είναι μια ιδιοτυπία της Καζαντζακικής οντολογίας, επισημαίνει ορθά η Αφροδίτη Αθανασοπούλου(10). Τα σύμβολα που χρησιμοποιεί ο Καζαντζάκης για την εξελικτική πορεία είναι τρία: Το σκουλήκι που γίνεται πεταλούδα, το χελιδονόψαρο που τινάζεται από τα νερά μοχτώντας να ξεπεράσει τη φύση του, και ο μεταξοσκώληκας που κάνει το σπλάχνο του μετάξι(11).

Το κατά πόσο είναι συμβατά αυτά μεταξύ τους, είναι ένα άλλο θέμα, είναι ολόκληρο ζήτημα θα λέγαμε, γιατί κατευθυνόμενη εξέλιξη προς τα άνω σημαίνει σκοπό και σχέδιο από κάποιον. Ποιον; Ο Καζαντζάκης το αφήνει αδιευκρίνιστο όπως κι ο Δαρβίνος, ο οποίος πίστευε ότι ο άνθρωπος θα γίνει στο μακρινό μέλλον, πιο τέλειος. Αλλά, για τον Καζαντζάκη, που δεχόταν και την εξέλιξη του μετα-Θεού, έναν σχεσιακό Θεό, ακαθόριστο, μέσω της ζωτικής ορμής, αυτό που τον χαρακτηρίζει μέσω των ηρώων του «ανήφορο», τίποτα δεν ήταν ασυμβίβαστο. Όλα είναι δεκτικά, όλα συμβατά στην δική του ιδεολογία, όπου γίνεται μια ηθελημένη συγχώνευση ποικίλων ιδεολογιών, ενίοτε αντιφατικών μεταξύ τους, η «ενότητα των αντιθέτων».

Για να έρθουμε στην Χριστολογία του Κρητικού συγγραφέα, όπως αυτή απεικονίζεται στον «Τελευταίο πειρασμό», ο Χριστός κατά τον Καζαντζάκη, και σύμφωνα με την Δαρβινική αρχή, είναι άνθρωπος ατελής, ένας ουτοπιστής, που έχει τον θείο σπινθήρα μέσα του, και αγωνίζεται να γίνει θεάνθρωπος (όπως όλοι μας είμαστε θεάνθρωποι, σάρκα και πνεύμα), αλλά θέλει να εξελιχτεί περισσότερο, και να γίνει πνεύμα, Θεός, γιατί σύμφωνα με την Δαρβινική αρχή, η εξελικτική φύση της ύλης είναι να προχωρήσει ανοδικά προς την εξαφάνιση της ύλης, να μετουσιώσει το σκοτάδι σε φως, και να υπερβεί μέσω του θανάτου τον εαυτό του. Ο θάνατος είναι η αποκορύφωση της ζωής, γιατί έτσι μετουσιώνεται η πρόσκαιρη ζωή σε αθανασία. Γιατί ο θάνατος, επιτρέπει ένα νέο άυλο πνεύμα, να κραυγάσει ξανά στην ύλη «βοήθεια», ώστε να ανανεωθεί η εξελικτική διαδικασία (Peter Bien). Ο Χριστός πεθαίνει και ανασταίνεται στην καρδιά της Μαρίας της Μαγδαληνής (της ύλης), για να συνεχίσει τον αγώνα προς τα πάνω στην εξαΰλωση. Πρόκειται για μια «θεολογία της πάλης» όπως ονομάστηκε (God’s Sruggler).

Ο Καζαντζάκης, ο θρησκομανής Δαρβινιστής – Μπερξονιστής – Νιτσεϊστής – πανθεϊστής, είναι τελικά, ένα πολυσύνθετο πνεύμα, που συνθέτει νέες θεωρίες σχεσιακού – σχετικού Θεού (φύσης), και προηγείται επί σύγχρονων φιλοσόφων, που μιλούν για έναν χριστιανικό μετα-Θεό, διότι δεν ικανοποιούνται από τον παραδοσιακό χριστιανικό Θεό, Πατέρα, Παντοκράτορα. Είναι σκληρός αυτός ο Θεός, η θεότητα μάλλον, στα έργα του Καζαντζάκη. Γιατί όπως αναγνωρίζει ένας άλλος έγκυρος μελετητής του έργου του, ο Κίμων Φράιερ «διαλέγει μονάχα τους καλύτερους (…) μόνο αυτούς που είναι δυνατοί και άξιοι να επιζήσουν»(12).

Πρόκειται για τη φυσική επιλογή του Δαρβίνου. Γι’ αυτό οι άνθρωποι καλούνται να γίνουν Salvatores Dei, να σώσουν τον Θεό που έχουν μέσα τους, τον θεϊκό σπινθήρα, δηλ. την ίδια τη ζωή, να μην την αφήσουν να γίνει λάσπη, γης. Μετά απ’ όλα αυτά μπορούμε νομίζω να καταλάβουμε το τι θέλει να πει με τα επόμενα λόγια που βρίσκουμε στην Ασκητική, που ίσως εκ πρώτης όψεως δεν γίνονται αντιληπτά: «Χρέος μας, γρικώντας την Κραυγή, να τρέξουμε κάτω από τις σημαίες του, να πολεμήσουμε μαζί του. Ή να σωθούμε ή να χαθούμε μαζί του. Ο Θεός κινδυνεύει… Δεν μπορεί να σωθεί, αν εμείς με τον αγώνα μας δεν τον σώσουμε· δεν μπορούμε να σωθούμε αν αυτός δε σωθεί».

Το χρέος μας είναι να βοηθήσουμε το Θεό, δηλ., τη φύση, για να σωθούμε με μια συνεχή εξέλιξη. Δεν υπάρχει τελική ελευθερία, τελική σωτηρία. Υπάρχει μόνο η προσπάθεια.

Αυτός είναι ένας κρυπτόμενος δαρβινισμός – μπερξονισμός, με φιλοσοφική – λογοτεχνική επένδυση, σ’ όλο του το μεγαλείο! Ο Peter Bien, που εμβάθυνε στη σκέψη του Καζαντζάκη όσο ελάχιστοι, μας δίνει τον οριστικό προσανατολισμό στην ανάγνωση των έργων του Καζαντζάκη: «Ολόκληρη η θρησκευτική σταδιοδρομία του Καζαντζάκη θα είναι για μας ακατανόητη και μάλιστα αντιπαθητική, αν δεν συμφωνούμε μαζί του ότι ο δαρβινισμός πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο της πίστης μας για την ουσία της οικουμενικής ύπαρξης».

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Peter Bien, Η φιλοσοφική βάση των κειμένων του Νίκου Καζαντζάκη, Περιοδ. Φιλόλογος, Ιούνιος 2009, σελ. 878, 883.

  2. Ασκητική (1969), σελ. 63.

  3. Ασκητική (1969), σελ. 40

  4. Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 138, 139.

  5. Όπ. παρ. σελ. 247, 518.

  6. Ο Τελευταίος Πειρασμός, σελ. 291.

  7. Τάδε έφη Ζαρατούστρα, σελ. 20, 21.

  8. Ασκητική (1969), σελ. 9.

  9. Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 283.

  10. Α. Αθανασοπούλου, Come l’ uom s’ eterna. Για μια τυπολογία των ηρώων της Καζαντζακικής φιλοσοφίας, περιοδικό Φιλόλογος, τεύχος 131, σελ. 57.

  11. Αναφορά στον Γκρέκο, σελ. 478.

  12. Η πνευματική Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη, σελ. 56.