Η μετά την ζωή ζωή

Η λατρεία όχι του θανάτου
αλλά της αθανασίας είναι ο ιδρυτής
και ο συντηρητής των θρησκειών.
Miguel de Unamuno

Το ζήτημα που αφορά το ενδεχόμενο
ζωής μετά το θάνατο, έχει τεράστια
σημασία για τη ζωή πριν από το θάνατο.
Hans Küng

 

Το ερώτημα, του τι συμβαίνει στον άνθρωπο μετά θάνατον, κι αν υπάρχει ζωή μετά την (επίγεια) ζωή, είναι ένα ερώτημα ζωτικής σημασίας για τον άνθρωπο. Είναι ένα ερώτημα που απασχόλησε τη διάνοιά του από πολύ παλιά. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πει κανείς, ότι είναι τόσο παλιό, όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. Ερχόμενος αντιμέτωπος ο άνθρωπος με το τραγικό γεγονός της τελευτής του θανάτου, παρατηρώντας την μικρότητά του, βλέποντας τους προσφιλείς του να πεθαίνουν και να τον εγκαταλείπουν, διαπιστώνοντας ότι δεν πρόκειται να τους ξαναδεί ζώντας αναρωτήθηκε, αν όλα τελειώνουν μπροστά στο μνήμα, αν όλα συντρίβονται στον τάφο, ή μήπως ένα μέρος του ανθρώπου, άυλο, πνευματικό, που κατοικεί εντός του, επιβιώνει κάπου αλλού σε κόσμους άλλους, στο λεγόμενο υπερπέραν. Ο άνθρωπος εξάλλου, είναι το μόνο έμβιο ον που θάβει τους νεκρούς του με μια, κάποια τελετουργία. Αυτό είναι κάτι που τον κάνει να ξεχωρίζει μαζί με άλλες ιδιότητες από τα πρωτεύοντα θηλαστικά. Και αποκαλύπτει ακριβώς, τη μεταφυσική του διάσταση.

Το ερώτημα αν υπάρχει ψυχή αθάνατη ή πνεύμα που επιβιώνει μετά θάνατον, είναι το δεύτερο κατ’ εξοχήν μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα, μετά το περί Θεού ερώτημα, που απασχόλησε συστηματικά σοφούς, φιλόσοφους, διανοητές, ιδρυτές θρησκειών, επιστήμονες, ψυχολόγους, παραφυσικούς, παραψυχικούς, μελλοντολόγους και άλλους, από αρχαιοτάτων χρόνων.

Είναι ασφαλώς η υπαρξιακή αγωνία, το άγχος του θανάτου, ο φόβος του άγνωστου και η συντριβή και η διάψευση των όποιων μελλοντικών σχεδίων, ελπίδων και προσδοκιών του ανθρώπου, που τον έκανε να φιλοσοφήσει βαθιά πάνω σε τούτο το δύσβατο θέμα. Ίσως δεν είχε άδικο ο Πλάτων που στον Φαίδωνα (81, α1) ονόμαζε τη φιλοσοφία «μελέτη θανάτου» επιμαρτυρώντας έτσι ότι ο άνθρωπος φιλοσοφεί γιατί γνωρίζει, πως μια μέρα θα πεθάνει. Φιλοσοφεί εναγωνίως αναζητώντας απάντηση στα διαιώνια μεταφυσικά ερωτήματα—της ζωής, της ανεύρεσης νοήματος στη ζωή και φυσικά στην ενδεχόμενη μετά θάνατον ζωή. Στην επιβίωση δηλαδή του κάτι… από το πρόσωπο, από τον άνθρωπο τον βροτό.

***

Η πρώτη παρατήρηση που μπορεί να γίνει είναι ότι αν εξαιρέσει κανείς τους υλιστές φιλόσοφους της ελληνικής αρχαιότητας (π.χ. Επίκουρος) και μερικούς άλλους, όλες οι θρησκείες, όλοι οι λαοί και οι φυλές ακόμα και οι πρωτόγονες, όπως οι Αβοριγίνες της Αυστραλίας, έχουν διδασκαλίες, δοξασίες και παραδόσεις για την επιβίωση των νεκρών. Γι’ αυτό έχουν και εορτές και τελετές με τις οποίες προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τους νεκρούς ή να εξευμενίσουν τα πνεύματα των νεκρών που υποτίθεται ότι κάπου ζουν και παρακολουθούν και πολλές φορές επεμβαίνουν στη ζωή των ζώντων.

Γενικά, κοινή είναι η πεποίθηση στις απανταχού θρησκείες, στα δόγματα τις σέκτες και τις αιρέσεις, ότι κάτι τι επιβιώνει. Κάτι από τον άνθρωπο μη υλικό, εξακολουθεί και ζει μετά θάνατον. Τούτο γίνεται αποδεκτό όχι μόνο από τις κύριες χριστιανικές ομολογίες αλλά και από τον Ιουδαϊσμό, τον Μωαμεθανισμό, το Βουδισμό, το Σιντοϊσμό, τον Ταοϊσμό, τον Κομφουκιανισμό κ.λπ. Πρόκειται για μια οικουμενική δοξασία. Κι αυτό αποτελεί επιχείρημα περί της ορθότητας της διδασκαλίας αυτής ισχυρίζονται πολλοί. «Αν δεν ήταν ορθή, γιατί να είναι τόσο πλατιά διαδεδομένη;», ερωτούν.

Στην αρχαία Ελλάδα, εκτός από τις λαϊκές δοξασίες, οι Ορφικοί, ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης, ο Πλάτων και οι περισσότεροι σοφοί, πίστευαν και δίδασκαν την αθανασία της ψυχής. Ο Σωκράτης δίδασκε ότι ο θάνατος είναι χωρισμός ψυχής και σώματος.

Η ιδέα της αθανασίας της ψυχής εισήλθε στην αρχαιοελληνική διανόηση από την Ανατολή[1] μέσω των Ορφικών. Από την Ελλάδα και ιδιαίτερα τον Πλατωνισμό και τον Νεοπλατωνισμό εισήλθε στον Χριστιανισμό από τον 3ο κυρίως αιώνα μ.Χ. κι από κει διαδόθηκε και επικράτησε στις δυτικές κοινωνίες ως μέρος μιας πανάρχαιας κληρονομιάς και ως χριστιανική διδασκαλία.

***

Αν και είναι πλατιά διαδεδομένη η πίστη στην αθανασία της ψυχής και της επιβίωσης του ανθρώπου μετά θάνατον, σημαντικές είναι και οι απορίες και οι αντιρρήσεις και οι ενστάσεις που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς κατά της δοξασίας αυτής. Από την αρχαιότητα μάλιστα, ίσαμε σήμερα.

Μια βασική απορία, αντίρρηση, είναι ότι η ιατρική επιστήμη, η ανθρωπολογία και η βιολογία δεν έχουν ανακαλύψει μέχρι σήμερα πουθενά εντός του σώματος, εντός του βιολογικού υποστρώματος του ανθρώπου όπως λέγεται, κάποιο άυλο πνεύμα αυτόνομο, αυθύπαρκτο που να κατευθύνει τον άνθρωπο και να είναι υπεύθυνο για τις πνευματικές του λειτουργίες (νόηση, βούληση, συναίσθημα). Οι ανατόμοι δεν έχουν εντοπίσει ποτέ κάποιο σημείο, κάποια έδρα, όπου θα μπορούσε να κατοικοεδρεύει κάποια άυλη ψυχή. Οι βιολογικές και φυσικές επιστήμες θεωρούν τον ανθρώπινο εγκέφαλο ως υπεύθυνο για τις όποιες πνευματικές και ψυχικές λειτουργίες του ανθρώπου. Και προς απόδειξη φέρνουν το επιχείρημα ότι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, τραύματα του εγκεφάλου και όγκοι, δημιουργούν ψυχικές παθήσεις, νόσους και ψυχικές ανωμαλίες στον άνθρωπο.

Τα Μ.Μ.Ε. ανέφεραν πολύ πρόσφατα (2003), ότι ο γνωστός βιολόγος Francis Crick, ένας από τους δύο επιστήμονες που ανακάλυψαν τη διπλή έλικα του DNA έδωσε στη δημοσιότητα μια μελέτη που «αποκαθηλώνει» την ψυχή και αποδίδει την ανθρώπινη συνείδηση σε μια ομάδα νευρώνων του εγκεφάλου.[2] Η επιστήμη, έβλεπε και βλέπει πάντα με σκεπτικισμό, τις θρησκευτικές δοξασίες, για την ύπαρξη εντός του ανθρώπου, ξεχωριστού πνεύματος που επιβιώνει μάλιστα μετά θάνατον. Είναι κάτι που δεν μπορεί να εντοπίσει, να μελετήσει, να προσδιορίσει, να αποδείξει αλλά και να ανταποδείξει… βέβαια. Στη θέση της αθανασίας της ψυχής η επιστήμη προβάλλει τον κλωνισμό, και την κρυονική, την τεχνολογική μέθοδο κατάψυξης ενός ατόμου μετά από θανατηφόρα αρρώστια ή δυστύχημα, με την ελπίδα ότι η ιατρική επιστήμη θα αναπτύξει στο μέλλον, τεχνολογίες που θα μπορέσουν να το επαναφέρουν στη ζωή (Robert Ettinger).

***

Από φιλοσοφική άποψη, μεγάλο μπέρδεμα και πονοκέφαλο προκάλεσε το ερώτημα, αφού υπάρχει ψυχή αθάνατη, πώς και πότε έρχεται σε ύπαρξη. Αν αυτή προϋπάρχει του ανθρώπινου σώματος και εισέρχεται κάποια στιγμή εντός του, ή έρχεται σε ύπαρξη μαζί με την καταβολή του ανθρωπίνου σώματος, κατά τη σύλληψή του, όταν ενώνεται το σπερματοζωάριο με το ωάριο (αν βέβαια προϋπάρχει, το ερώτημα είναι πώς ήρθε σε ύπαρξη και που προ-υπάρχει).

Έτσι, άλλοι υποστήριξαν ότι η ψυχή ως φύσει αθάνατη ουσία, προϋπάρχει του σώματος και μεταλαμπαδεύεται στο ανθρώπινο σώμα κατά τη γέννηση (Ορφικοί, Πλάτων, Πλωτίνος, Ωριγένης κ.ά.).

Άλλοι υποστήριξαν ότι κατά τη στιγμή της σύλληψης του ανθρώπου και σε κάθε στιγμή που συλλαμβάνεται μια ζωή (έμβρυο), ο Θεός δημιουργεί κάποιο άυλο στοιχείο το οποίο και εμφυτεύει εντός του γονιμοποιηθέντος ωαρίου (traductionisms). Μια αρκετά περίεργη και δύσκολη άποψη βέβαια, αφού θέλει το Θεό συνεχή δημιουργό και παρεμβαίνοντα στη ζωή των εκατομμυρίων συλλήψεων των ανθρώπινων όντων…

Άλλοι, ότι με την ένωση των γεννητικών κυττάρων μεταβιβάζεται και το άυλο στοιχείο που υπάρχει σ’ αυτά κατά τη στιγμή της σύλληψης… Η ιατρική όμως κι η βιολογία δεν γνωρίζει, κάποιο άυλο στοιχείο ούτε στο ωάριο ούτε στο σπερματοζωάριο… Γνωρίζει κύτταρα, πυρήνες, χρωμοσώματα, D.N.A., γονίδια, αλλά όχι ψυχές ή πνεύματα, εντός του ωαρίου και του σπερματοζωαρίου.

Το θέμα λοιπόν εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό, σε οιονδήποτε επίδοξο φιλόσοφο και επιστήμονα.

Μεγάλες επίσης αντιγνωμίες έχει δημιουργήσει το ερώτημα που βρίσκεται αυτή η υποτιθέμενη ψυχή, που πηγαίνει μετά τον θάνατο και αποσύνθεση του υλικού σώματος. Βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση; Μεταβαίνει αμέσως σε έναν μακάριο χώρο, στον ουρανό, τον παράδεισο του Χριστιανισμού, του Μωαμεθανισμού κ.λπ., αν είναι ψυχή ευσεβούς; Είναι σε κάποιο καθαρτήριο χώρο και καθαίρεται από τα αμαρτήματα του νεκρού μέχρι να εξαγνισθεί για να εισέλθει στον παράδεισο τελικά; Και που βρίσκεται αυτός ο παράδεισος όπου συγκεντρώνονται οι ψυχές; Σε ποιο σημείο του σύμπαντος κόσμου;

Μήπως πηγαίνει σε κάποιο υπόγειο χώρο (κάτω κόσμο) και κολάζεται σε κάποια αιώνια κόλαση; Αλλά πώς είναι δυνατόν το «υλικό πυρ» να βλάπτει μια άυλη ψυχή; Μήπως και το πυρ είναι άυλον; Μπορεί να πιστέψει κανείς ότι ένας Θεός αγάπης θα βασανίζει αιωνίως ψυχές για κάποια σφάλματα του ανθρώπου που διέπραξε σε λίγες δεκαετίες της ζωής του; Γιατί να βασανίζεται μόνο η ψυχή, αν υπεύθυνο ή συνυπεύθυνο για τα αμαρτήματα είναι το σώμα του ανθρώπου; Ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτήν την κόλαση ψυχών;

Μήπως δεν είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση χώροι όπου συνάγονται και ζουν οι ψυχές των νεκρών, αλλά απλές ασύλληπτες, απροσδιόριστες καταστάσεις; Μήπως κόλαση είναι απλά ο χωρισμός του ανθρώπου από το Θεό ή στέρηση της θέας και της αγάπης του. Αλλά τότε τι νόημα έχει να μιλάμε για αθανασία ψυχής και διαφύλαξής της μέχρι τη Β΄ Παρουσία και επανένωση με το σώμα; Μήπως, μήπως, μήπως…

Πολλά τα ερωτήματα, ατέλειωτα, ποικίλες και ασαφείς οι απαντήσεις. Από ελάχιστα ικανοποιητικές έως αποφατικές και απογοητευτικές στις περισσότερες περιπτώσεις.

Ορισμένοι σαν επιχείρημα για την αθανασία και τη μετά θάνατον ζωή, επικαλούνται αναμνήσεις από μια προηγούμενη ζωή (μετεμψύχωση). Άλλοι επικαλούνται μετά θάνατον εμπειρίες. Αλλά η αυστηρή επιστημονική έρευνα κατέδειξε ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Υπάρχουν άλλου είδους εξηγήσεις, πιο λογικές απ’ αυτές που προβάλλουν οι θιασώτες της θεωρίας αυτής… όπως κι γι’ αυτές που μιλούν για εξω-σωματικές επιβιώσεις εμπειρίες στα πρόθυρα του θανάτου και επιστροφές… της ψυχής στο σώμα. Οι λάμψεις, τα φώτα και οι σήραγγες που αναφέρουν ορισμένοι με κλινικό θάνατο ως μεταθανάτιες εμπειρίες, εξηγούνται καλύτερα ως συνθέσεις αναμνήσεων κι ακουστικών εντυπώσεων λίγο πριν τα άτομα χάσουν τις αισθήσεις τους τελείως, καθώς και παραισθήσεων.

***

Η δοξασία ότι ο άνθρωπος επιζεί ως πνεύμα μετά θάνατον και συναισθάνεται, βαθιά ριζωμένη στις παραδόσεις θρησκειών και λαών, δύσκολα θα μπορούσε να ξεριζωθεί. Όσες επιστημονικές ενστάσεις κι αν προβληθούν, όσες επιστημονικές ανακαλύψεις κι αν γίνουν. Η χριστιανοσύνη είναι η μόνη, που στη θέση της απλής δοξασίας της επιβιώσεως ψυχής μετά θάνατον, ή της μετεμψυχώσεως, έρχεται να υποστηρίξει κάτι πιο ριζοσπαστικό και ρεαλιστικό: Ο άνθρωπος είναι ο ίδιος ψυχή, μια ψυχοσωματική ενότητα αδιαίρετη και είναι θνητός ως κτιστός. Ο θάνατος δεν είναι φίλος του ανθρώπου που ανοίγει τη θύρα για το επέκεινα όπως το θέλουν οι εξωχριστιανικές δοξασίες αλλά έσχατος εχθρός. Πεθαίνοντας ο άνθρωπος, το μόνο ουσιαστικό που μπορεί να προσδοκά, είναι η ανάσταση νεκρών από το υπέρτατο ον (όπως λέει και το Σύμβολο της Πίστεως) και όχι η απλή επιβίωση ενός πνεύματος ή ψυχής, εκ φύσεως αθάνατου κάπου.

Η διδασκαλία της αναστάσεως νεκρών (κατ’ ουσίαν αναδημιουργίας του ανθρώπου) είναι καθαρά ιουδαιο-χριστιανική, βιβλική διδασκαλία. Το πώς επικράτησε να θεωρείται και η εκ φύσεως πλατωνική δοξασία της αθανασίας ψυχής ως χριστιανική διδασκαλία και να συν-υπάρχει με την διδασκαλία της αναστάσεως νεκρών, είναι ένα μεγάλο θέμα που δεν μπορώ, ούτε σκοπεύω να θίξω εδώ. Είναι θέμα ιστορικο-δογματικό.[3]

Αλλά και το ζήτημα αυτό, της ανάστασης νεκρών δηλαδή, είναι κι αυτό θέμα πίστης (εμπιστοσύνης) που δημιουργεί πολλές και εύλογες απορίες. Όπως, που θα βρίσκονται αυτοί που θα αναστηθούν, πως θα ζουν, με ποιο σώμα κ.λπ. Απορίες στις οποίες εν μέρει απαντά η Βίβλος και ο Χριστιανισμός και εν μέρει μπορεί να δεχθεί με πίστη η διάνοια του ανθρώπου.

Ανασκοπώντας πάντως κανείς όλες αυτές τις ποικίλες δοξασίες, παραδόσεις, μύθους και δεισιδαιμονίες των λαών για την επιβίωση των νεκρών και την επικοινωνία τους με τους ζώντες, διαπιστώνει τελικά, ότι όλες αυτές είναι προϊόν της έντονης επιθυμίας του ανθρώπου για ζωή. Όντας ασυμφιλίωτος ο άνθρωπος με την σκέψη του θανάτου, πώς να δεχθεί ότι το αγαπητό πρόσωπο που μέχρι χθες ζούσε, και κινούνταν ανάμεσα στους ζώντες, δεν υπάρχει πια, και δεν υπάρχει ελπίδα να το ξαναδεί;

Η ιδέα ότι κάπου, κάτι επιζεί, έστω και μη ρεαλιστική ενδεχομένως, τον ανακουφίζει από τον αδυσώπητο πόνο του χωρισμού, την απόγνωση του θανάτου. Είναι κι αυτή μια ευεργεσία μιας ενδεχόμενης αυταπάτης, αφού δεν μπορεί με τρόπο ορθολογικό και επιστημονικό να θεμελιώσει την άποψη αυτή της μετά την ζωήν ζωής. Πιστεύοντας όμως σε ένα υπέρτατο Ον, πιστεύει ταυτόχρονα ότι κάποιο καλύτερο μέλλον, κάτι καλό επιφυλάσσεται για τους ανθρώπους, ιδιαίτερα τους πιστούς. «Θεός σημαίνει την υπόσχεση της αθανασίας του Εγώ», έλεγε ο Miguel de Unamuno. Και ο Kant στη μετά θάνατον ζωή και τη δικαίωση του αγαθού δι’ αυτής, έβλεπε ένα επιχείρημα σοβαρό για την ύπαρξη του Θεού.

Σε τελευταία ανάλυση, το ζήτημα της πίστης στην μετά την ζωήν ζωής, μετατοπίζεται στο ερώτημα, αν δέχεται κανείς την ύπαρξη υπερτάτου όντος εμπροσώπου, δημιουργού, που εδημιούργησε τον άνθρωπο έχοντας υπ’ όψη του μια καλύτερη ζωή, απ’ αυτή την τυραννισμένη ζωή των 70-80 χρόνων που διανύουμε. Αν ναι, τότε, αυτή η ζωή ασφαλώς, δεν είναι το παν που υπάρχει, αφού κατά θεία υπόσχεση «ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι … [ὅτι] τὰ πρῶτα ἀπῆλθαν».

 


[1] Στην Ανατολή, στον 7ο π.Χ. αιώνα ο Ζωροάστρης, ιδρυτής του Ζωροαστρισμού, δίδαξε κι αυτός την αθανασία της ψυχής, ακολουθώντας τις προ αυτού θρησκευτικές, λαϊκές δοξασίες.

Αν πάμε λίγο πιο πίσω θα δούμε ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πίστευαν στην αθανασία και στη μετά τη ζωή ζωή. Γι’ αυτό και έκτιζαν πυραμίδες για τους Φαραώ, γι’ αυτό και ταρίχευαν τους νεκρούς. Πίστευαν ότι η επιβίωση της ψυχής εξαρτιόταν από τη διατήρηση του σώματος.

Οι αρχαίοι Βαβυλώνιοι πίστευαν ότι ο θάνατος του ανθρώπου ήταν μετάβαση σε ένα άλλο είδος ζωής. Το έπος του Γιλγαμές (2000 π.Χ.) θέτει επί τάπητος το καυτό θέμα της αθανασίας, θνητότητας του ανθρώπου.

Ο αρχαίος Ινδουισμός δίδασκε ότι η ψυχή ξέχωρη όντας από το σώμα επιβιώνει από το θάνατο. Η μετενσάρκωση ή μετεμψύχωση είναι μια βασική του διδασκαλία. Ο Βουδισμός διδάσκει ένα συνεχή κύκλο γεννήσεων και θανάτων. Ο Βούδας πίστευε ότι κάτι μεταβιβάζεται από τη μια ζωή σε άλλη.

[3] Πρόχειρα παραπέμπω στο βιβλίο του Oscar Cullmann, Αθανασία Ψυχής ή Ανάσταση Νεκρών, και ιδίως στο βιβλίο του Μάριου Μπέγζου, Ψυχολογία της Θρησκείας)