Θεία πρόγνωση και ανθρώπινη ελευθερία

Οὓς [ο Θεός] προέγνω, καὶ προώρισε… τούτους καὶ ἐδικαίωσεν.
Απ. Παύλος,
προς Ρωμ. 8:29, 30

 

Δεσμεύει η θεία πρόβλεψη την ανθρώπινη βούληση; Όταν γίνεται μια θεία πρόρρηση (προφητεία) γίνεται ταυτόχρονα και ο προκαθορισμός των προσώπων και των πράξεών τους; Αν ναι, πώς μπορεί κάποιος να θεωρηθεί ελεύθερος, αφού αν θεωρηθεί ότι αλλάζει την τελευταία στιγμή απόφαση, θα υπάρχει κίνδυνος διάψευσης της θείας προγνώσεως; Προκαθορίζει ο Θεός τη ζωή και την τύχη των ανθρώπων;

Τα ερωτήματα αυτά και άλλα συναφή, είναι γνωστόν ότι αναγνωρίζονται από τα πιο ακανθώδη φιλοσοφικά και θεολογικά προβλήματα. Είναι θέματα που απασχόλησαν την ανθρώπινη διάνοια από την αρχαιότητα ίσαμε σήμερα και λίγο πολύ τους ιδρυτές των διαφόρων θρησκειών ή θρησκευμάτων. Χωρίς να ξεχνάμε προς στιγμήν ότι, όπως έλεγε ο Descartes, ο άνθρωπος δεν είναι τόσο ευφυής, ώστε να αντιληφθεί πως μπορεί να συντρέχει, να συμπορεύεται η θεία πρόγνωση με την ανθρώπινη ελευθερία, στο παρόν δοκίμιο, καταθέτονται οι απόψεις του γράφοντος, σε μια προσπάθεια προσέγγισης του όλου θέματος με την επιθυμία να προστεθεί κάποιο λιθαράκι στο όλο οικοδόμημα, στην προσπάθεια των θεολογούντων φιλοσόφων και των φιλοσοφούντων θεολόγων να δώσουν μιαν απάντηση.

***

Τι είναι εκείνο που κάνει δυσεπίλυτο το όλο θέμα το εντοπίζει κανείς ευθύς εξαρχής, αφού μελετήσει το ζήτημα εις βάθος και τις διάφορες διιστάμενες απόψεις. Δεν είναι το ζήτημα, του αν ο Θεός είναι παντογνώστης, ή αν μπορεί και θέλει να προκαθορίζει κάποια γεγονότα και να εκτελεί «την βουλήν του θελήματός του». Ούτε, είναι το ζήτημα, αν ο άνθρωπος είναι σχετικά έστω, ελεύθερος, να επιλέξει και να κάνει ό,τι θέλει να κάνει στη ζωή του, γεγονός για το οποίο ομιλούν καταφατικά οι περισσότεροι ερευνητές εκτός από τους ντετερμινιστές.

Είναι ότι, συμπλέκονται ταυτόχρονα, η παντογνωσία, η παντοδυναμία, η αγαθότης του Θεού, και η βούλησή του, μαζί με την οποιαδήποτε βούληση του ανθρώπου. Αν δούμε τα ανθρώπινα γεγονότα απομονωμένα σε σχέση με μία μόνο ιδιότητα του Θεού, λόγου χάριν, την αγαθότητα ή την παντοδυναμία του, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Και για να γίνω πιο σαφής. Σύμφωνα με την χριστιανική δογματική διδασκαλία, ο Θεός εξ ορισμού ως Θεός, είναι παντοδύναμος και παντογνώστης και πανάγαθος. Ο άνθρωπος ο κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού πλασθείς, έχει ιδιότητες του Θεού, αλλά δεν είναι ούτε παντοδύναμος (απλά έχει κάποια δύναμη), ούτε παντογνώστης (έχει περιορισμένη γνώση), ούτε πανάγαθος (μπορεί να είναι είτε αγαθός, είτε πονηρός, ανάλογα με την προαίρεσή του).

Και ερχόμαστε τώρα στο πρόβλημα.

Αφού ο Θεός είναι παντογνώστης, γνωρίζει όχι μόνον το παρόν και το παρελθόν, αλλά έπεται ότι μπορεί να προγνωρίζει και το μέλλον. Προγνωρίζοντας όμως το μέλλον, δεν το προκαθορίζει και ταυτόχρονα; Και δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ταυτόχρονα και ως υπαίτιος της όποιας πρόγνωσης, ή κατάστασης που προβλέπει; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι, «όχι, απαραίτητα».

Αυτή είναι η απάντηση που δόθηκε ευφυώς από την αρχαιότητα από πατέρες της εκκλησίας (Ωριγένη και Ιωάννη Δαμασκηνό), οι οποίοι έφεραν το παράδειγμα του ιατρού, ο οποίος προβλέπει την εξέλιξη μιας αρρώστιας σ’ έναν ασθενή και τον ενδεχόμενο θάνατό του. Σ’ αυτήν, την περίπτωση, λέγουν οι προαναφερθέντες, δεν γίνεται το κακό (ασθένεια–θάνατος) επειδή το πρόβλεψε ο ιατρός, αλλά ο ιατρός με τη γνώση, και την εμπειρία του, απλά προέβλεψε ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε («ως ουδέ ιατρός αίτιος της νόσου ει προέγνω ότι, μέλλει τις νοσείν, αλλά… νοσήσαι άλλης αιτίας… ούτω και το εσόμενον υφ’ ημών ούτε εκ του Θεού την αιτίαν έχει, αλλά το αυτεξούσιον ημών θέλημα»). Κανείς, βέβαια, δεν θεωρεί τον ιατρό ως υπαίτιο της συμφοράς. Τα αίτια του κακού αποτελέσματος βρίσκονται έξω από τον ιατρό και ανεξάρτητα μάλιστα από τη θέλησή του. Έτσι συμβαίνει και με την πρόγνωση του Θεού.

Όμως, δύο ενστάσεις θα μπορούσαν αμέσως να προβληθούν εδώ. Η πρώτη είναι: Πώς μπορεί ο άνθρωπος να θεωρηθεί ελεύθερος, αφού ο Θεός μπορεί ως παντογνώστης να προβλέπει κάθε του πράξη και τις αποφάσεις του; Μπορεί ο άνθρωπος να αλλάζει συνεχώς αποφάσεις, χωρίς να διαψεύδει τη θεία πρόρρηση, η οποία μόλις διατυπωθεί και εκφραστεί, δεσμεύει; Η απάντηση εδώ, είναι νομίζω, πιο απλή απ’ ό,τι φαίνεται. Σε περίπτωση που ο Θεός προβλέψει και προφητέψει την πράξη ή την πορεία του ανθρώπου, την προβλέπει όπως τελικά αυτή διαμορφώνεται. Αν δηλαδή, κάποιος αποφασίσει το Α και την τελευταία στιγμή αλλάξει γνώμη για να κάνει το Β, και λίγα λεπτά πριν κάνει το Β αποφασίζει για το Γ, ο Θεός προβλέπει την τελική του κατάληξη, δηλαδή το Γ. Δεν ενδιαφέρεται για τις παλινδρομήσεις και ταλαντεύσεις του ατόμου μέχρι να καταλήξει εκεί που θα καταλήξει. Το άτομο αποφασίζει ελεύθερα, μπορεί να αλλάξει γνώμη ή γνώμες και προβαίνει στην πράξη που θέλει, ο δε Θεός προβλέπει και προλέγει αυτό που τελικά θα κάνει, αποφασίζοντας ελεύθερα ο άνθρωπος να το κάνει, ως αυτεξούσιος.

Η δεύτερη ένσταση που συνήθως προβάλλεται έχει σχέση τώρα, όχι με την παντογνωσία του Θεού ή την δυνατότητα πρόβλεψής του, αλλά με την παντοδυναμία του και την αγαθότητά του. Ο ιατρός κατά το προηγούμενο παράδειγμα προβλέπει την ασθένεια και τον θάνατο, αλλά δεν μπορεί να τα αποτρέψει. Ο Θεός όμως; Δεν μπορεί να αποτρέψει όσα δυσάρεστα προβλέπει; Αν λόγου χάριν ο Θεός προβλέπει (και μπορεί να προβλέψει ως παντογνώστης) ότι, ο Χ θα αιματοκυλίσει την ανθρωπότητα με πυρηνικά όπλα, γιατί δεν τον αποτρέπει από κάτι τέτοιο, αφού και παντοδύναμος είναι και πανάγαθος; Δεν φέρει κι αυτός ευθύνη, αφού μπορεί να τον αποτρέψει από το κακό ως παντοδύναμος; Η απάντηση που μπορεί να δοθεί εδώ, είναι ότι, ο Θεός ενδεχομένως δεν θέλει να παρεμποδίσει οποιονδήποτε να επιτελέσει το κακό (αν και το προγιγνώσκει), όπως δεν προτρέπει, μάλλον δεν υποχρεώνει κάποιον να πράξει το αγαθόν (αν και το προγιγνώσκει). Σέβεται απόλυτα την ελευθερία του ατόμου, έστω και αν προς το παρόν αυτή στρέφεται εις βάρος της ελευθερίας και ζωής ακόμη άλλων ανθρώπων. Ο Θεός έχει το δικό του σκοπό και θα τον επιτελέσει στον κατάλληλο καιρό, ολοκληρώνοντας το έργον της σωτηρίας του, για τους πιστούς και την «συστενάζουσα κτίση».

***

Αλλά το ζήτημα έχει και άλλες παραμέτρους και λεπτεπίλεπτες διακρίσεις και αποχρώσεις, αν εμβαθύνει κανείς σ’ αυτό. Γιατί, ναι μεν ο Θεός είναι εξ ορισμού παντοδύναμος και παντογνώστης και πανάγαθος, αλλά είναι και σοφός και δίκαιος. Και όταν αποφασίζει ως πρόσωπον, ως το κατ’ εξοχήν ελεύθερο πρόσωπο, το απόλυτο ον, το ανεξάρτητο από οποιαδήποτε εξωτερική αιτία, μοίρα, ειμαρμένη ή αναγκαιότητα, όταν προγιγνώσκει, προλέγει και αποφασίζει και βούλεται· βούλεται σε συνάρτηση πάντα με όλες τις θείες ιδιότητές του (φυσικές, ηθικές, λογικές) εναρμονίως, και λειτουργεί ως πρόσωπο με τρόπο ασφαλώς ασύλληπτο σε πολλές περιπτώσεις από τον πεπερασμένο ανθρώπινον νου. Έτσι, αν εξετάσουμε λόγου χάριν, πώς λειτουργεί η παντοδυναμία του Θεού, θα κατανοήσουμε πως εκδηλώνεται και η παντογνωσία του και άλλες ιδιότητές του.

Κατ’ αρχάς, τι σημαίνει ότι ο Θεός είναι παντοδύναμος; Ασφαλώς σημαίνει ότι δύναται τα πάντα, θα πει κάποιος. Άρα, δύναται να καταστρέψει και τον κόσμο που δημιούργησε… Γιατί δεν το έκαμε μέχρι τώρα, αφού μπορεί, τη στιγμή μάλιστα που δεν είναι αυτός ο κόσμος όπως τον δημιούργησε, αλλά αλλοτριωμένος και εκφυλισμένος; Η απάντηση, είναι ότι, υπεισέρχεται εδώ, ένας άλλος παράγων—η αγάπη του και η αγαθότητά του, που εξαιτίας τους ανέχεται και την πονηρία του κόσμου έως βεβαίως «καιρού» σύμφωνα με το θέλημά του. «Ο Θεός μεν όσα θέλει δύναται, ουχ όσα δε δύναται θέλει· δύναται γαρ απολέσαι τον κόσμον ου θέλει δε», θα μας πει πάλι αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας. Η παντοδυναμία του, λοιπόν, δεν είναι ανέλεγκτη, αλλά συμπορεύεται με τις άλλες θείες ιδιότητές του την αγάπη και την αγαθότητα και τη μακροθυμία του. Ακόμα, η παντοδυναμία του αυτή καθ’ εαυτή εξεταζόμενη, αποδεικνύει ότι υπάρχουν πράγματα τα οποία ο Θεός δεν μπορεί να κάνει, καίτοι παντο–δύναμος. Δεν μπορεί να ψευσθεί. Διότι τούτο αντίκειται στην αγιότητα και τη φιλαλήθειά του. Δεν μπορεί να γίνει σατανάς ή διάβολος, για τον ίδιο λόγο. Δεν μπορεί να επιτελέσει πράγματα που από τη φύση τους είναι απραγματοποίητα, αντιφατικά ή ανέφικτα. Δεν μπορεί λόγου χάριν να κατασκευάσει έναν τετράγωνο κύκλο (έννοιες αντιφάσκουσες ή αλληλοαναιρούμενες). Ή να εξαλείψει το παρελθόν ή γεγονότα του παρελθόντος (π.χ., μια φυσική καταστροφή, σαν τον κατακλυσμό). Να συγχωρήσει πράξεις, ναι. Να αλλάξει γεγονότα του παρελθόντος όμως;

Αν λοιπόν, η έννοια της παντοδυναμίας του Θεού δεν είναι έννοια απεριόριστη και απόλυτη κατά τα ανωτέρω, με παρόμοιο τρόπο θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι και η παντογνωσία του Θεού δεν είναι ούτε απόλυτη, ούτε και απεριόριστη. Ο Θεός θα μπορούσε να λειτουργήσει με επιλεκτική πρόγνωση ενδεχομένως, αν αυτό είναι το θέλημά του και εξυπηρετούνταν καλύτερα ο σκοπός του σε κάθε περίπτωση. Και πρωτίστως, η πρόγνωση του Θεού, δεν έχει να κάνει με τον λεγόμενο προορισμό ή προκαθορισμό της ζωής πιστών και απίστων ατόμων, διδασκαλία, που διατύπωσε πρώτος ο επίσκοπος Ιππώνος Αυγουστίνος και ακολούθησαν μετέπειτα οι μεταρρυθμιστές ηγέτες Λούθηρος, Μελάγχθων και Καλβίνος.

Ο ισχυρισμός του Αυγουστίνου ήταν ότι, αν ο Θεός είναι πραγματικά παντοδύναμος, πρέπει «να γνωρίζει τα πάντα προτού να συμβούν και να μην αφήνει τίποτα έξω από τον προκαθορισμό του» (Η Πολιτεία του Θεού, V, κεφ. 5–7). Βέβαια, αυτά τα έλεγε ο Αυγουστίνος καταπολεμώντας εσφαλμένες δοξασίες, όπως περί ειμαρμένης ή του πελαγιανισμού. Ο Καλβίνος, προχώρησε ένα βήμα περισσότερο. Ισχυρίστηκε ότι υπάρχει απόλυτος προορισμός από μέρους του Θεού για τους ανθρώπους, το λεγόμενο “decretum horribile”, το «φοβερό διάταγμα» του Θεού, με το οποίο καθόρισε ποιο ήταν το δικό του θέλημα σε σχέση με τον κάθε άνθρωπο. Κατά τον Καλβίνο, «οι άνθρωποι δεν πλάστηκαν στην ίδια κατάσταση, αλλά ο προορισμός μερικών είναι η αιώνια ζωή και άλλων η αιώνια καταδίκη, σε αιώνια βάσανα».

***

Σύμφωνα με τον παραπάνω μεταρρυθμιστή του 16ου αιώνα, ο Θεός όρισε και την τύχη κάθε ανθρώπου, προτού δημιουργηθεί καν ο πρώτος άνθρωπος! Όπως μπορεί να αντιληφθεί ο οιοσδήποτε, αυτή η άποψη, ελάχιστα διαφέρει από την ειμαρμένη των αρχαίων Ελλήνων ή από το κισμέτ των Μουσουλμάνων, αφού στο Κοράνιο διαλαμβάνεται: «Κάθε συμφορά και κάθε κακό έργο εδώ στη γη… είναι γραμμένο σ’ ένα βιβλίο, πριν το διαπράξουμε» (Σούρα 57:22). Και ακόμη: «Καμιά ψυχή δεν πρόκειται να πεθάνει αν δεν το επιτρέψει ο Αλλάχ και αν δεν συμπληρώσει τον προκαθορισμένο χρόνο της» (Σούρα 3:145).

Οι απόψεις του Καλβίνου που θυμίζουν κάπως και τις θέσεις του Ζήνωνος του Κιτιέως (3ος π.Χ. αιώνας) και άλλων μοιρολατρών, σήμερα λίγο–πολύ έχουν εγκαταλειφθεί από τους προτεστάντες θεολόγους, όπως και οι καθολικοί εν μέρει, έχουν τροποποιήσει τις αρχικές θέσεις του Αυγουστίνου.

Ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας των παραπάνω οφείλεται σε παρερμηνεία κάποιων βιβλικών χωρίων—ιδίως των λόγων του αποστόλου Παύλου στην προς Ρωμαίους επιστολή, όγδοο κεφάλαιο, «…οὓς [ο Θεός] προέγνω, καὶ προώρισε… τούτους καὶ ἐδικαίωσεν», που ομιλεί όμως, όπως αναγνωρίζεται από τους έγκυρους ερμηνευτές, για ομάδες Ιουδαίων–εθνικών και όχι για προορισμό ατόμων για αιώνια ζωή.

***

Για να επανέλθουμε στο πυρίκαυστο ερώτημα: Όπως ο Θεός επιλέγει πώς θα κάνει χρήση μέρους της δυνάμεώς του, με επιθυμητά αποτελέσματα καταστρέφοντας ή ζωοποιώντας, έτσι, μπορεί αναλογικά, να επιλέξει, πώς θα κάνει χρήση της παντογνωσίας του. Ακόμα, περισσότερο, θα μπορούσε με έμφαση να λεχθεί ότι, από κανένα αγιογραφικό κείμενο δεν προκύπτει ότι ο Θεός προκαθορίζει ή προορίζει άτομα για σωτηρία ή αιώνια τιμωρία, ανεξάρτητα από τις πράξεις ή τις ενέργειες ή την τελική συμπεριφορά των ατόμων. Τα άτομα είναι ελεύθερα να ενεργήσουν όπως θέλουν. Να επιλέξουν ζωή ή θάνατο. Έτσι όπως είπε ο ίδιος ο Ιησούς στους μαθητές του: «Αγωνίζεσθε να εισέλθητε δια της στενής πύλης». Γιατί να αγωνισθούν αν κάποιοι είχαν προορισθεί για καταδίκη; Αλλού διαβάζουμε: «Εκλέξατε την ζωή για να ζήσετε» (Δευ. 30:19, 20). Και μέσω του προφήτη Ησαΐα ο Θεός λέγει: «Ω, πάντες οι διψώντες, έλθετε εις τα ύδατα… ακούσατε και η ψυχή σας θα ζήσει». Ο απόστολος Παύλος συμπληρώνει: «Ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας έλθειν».

Σε τελική ανάλυση φαίνεται καθαρά ότι, η αγάπη και η αγαθότητα του Θεού δεν τον επιτρέπουν να προκαθορίζει την τελική τύχη και τον προορισμό του κάθε ανθρώπου. Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για την πορεία του στη ζωή. Όπως το λέει θαυμάσια μια κεφαλονίτικη παροιμία: «Ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο και είπε: ‘‘οπόχει μυαλό ας πορεύεται’’». Ο ίδιος ο άνθρωπος κατά κανόνα μπορεί να επιμηκύνει την ίδια τη ζωή του, αν τρέφεται σωστά, αν παρακολουθεί την υγεία του, αν δεν είναι ριψοκίνδυνος, αν είναι επιμελής. Αν είναι προκαθορισμένος από τον Θεό ο χρόνος και ο τρόπος του θανάτου του, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση ο άνθρωπος να θεωρεί ότι αλλάζοντας τις συνθήκες ζωής του μπορεί να προφυλαχτεί καλύτερα και να αποτρέψει το οποιοδήποτε επερχόμενο κακό. Κι αν, πάλι, είναι προκαθορισμένος για σωτηρία, ό,τι κακό κι αν κάνει, δεν μπορεί να τον αποτρέψει από το θείο προκαθορισμό.

Στο ερώτημα λοιπόν αν η θεία πρόβλεψη δεσμεύει την ανθρώπινη ελευθερία, η απάντηση είναι αποφατική. Όπως αποφατική είναι και η απάντηση στο ερώτημα αν ο Θεός προβλέποντας το μέλλον και τη ζωή των ανθρώπων, τους προορίζει για αιώνια ζωή, ή αιώνια καταδίκη.

Εν κατακλείδι, νομίζω ότι, ένας Θεός αγάπης, παντογνωσίας, παντοδυναμίας και ελευθερίας ποτέ δεν θα εξανάγκαζε πρόσωπα. Ούτε θα τα προόριζε για αιώνια ζωή, ή για αιώνια καταδίκη αυθαίρετα—με μόνο την ικανότητα πρόγνωσής του.