Ιησούς και Απολλώνιος ο Τυανεύς

Κλικάρετε εδώ
για το πρωτότυπο pdf.

 

Εάν ρωτήσει κάποιος έναν μέσο, σύγχρονο Έλληνα, «ποιος υπήρξε ο Απολλώνιος ο Τυανεύς», το πιο πιθανόν είναι να τον κοιτάξει με απορία, και με χαμόγελο που να προδίδει αμηχανία, αφού δεν του είπανε τίποτα γι’ αυτόν στα σχολικά του χρόνια και σπάνια ακούει κάτι γι’ αυτόν από έγκυρες πηγές.

Αν ρωτήσει όμως κάποιον που ανήκει στους νεοπαγανιστικούς ή εσωτεριστικούς κύκλους, τότε θα πάρει την απάντηση, ότι ο Απολλώνιος ο Τυανεύς υπήρξε κάτι, σαν το Χριστό για τους εθνικούς, δηλαδή μεγάλος Έλληνας σοφός, άγιος, «θείος ανήρ» που δίδαξε την αρετή και έκανε θαύματα αντίστοιχα με αυτά του Ιησού της Γαλιλαίας. Ακόμα, μπορεί να πάρει και την απάντηση ότι οι χριστιανοί παραχάραξαν την ιστορία και δημιούργησαν τον Χριστό γύρω στον 4ο αι. μ.Χ., και μάλιστα στη Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ., με βάση και πρότυπο τη ζωή του Απολλώνιου του Τυανέα! Έτσι, με μια κολοσσιαία απάτη, έκαναν τον κόσμο να πιστέψει ότι ο Ιησούς και η χριστιανική εκκλησία είχαν ξεκινήσει τον 1ο αι. μ.Χ., ενώ ξεκίνησαν τον 4ο, και η επιτυχία του χριστιανικού ιερατείου ήταν να κρατήσει στο μαύρο σκοτάδι όλες τις αποδείξεις σχετικά με τον βίο και τη διδασκαλία του Απολλώνιου. Έτσι τουλάχιστον ισχυρίζεται ο R.W. Bernard στο βιβλίο του Απολλώνιος ο Ναζωραίος και τον ακολουθούν κατά πόδας πολλοί σύγχρονοι νεοπαγανιστές και εσωτεριστές, επαναφέροντας στο προσκήνιο τα επιχειρήματα του χριστιανομάχου Ιεροκλή, επάρχου της Βιθυνίας του 4ου αι., που με το έργο του Ο Φιλαλήθης, υπήρξε, πρώτος που έκανε τέτοιους συσχετισμούς, και βρήκε τάχα αναλογίες μεταξύ Ιησού και Απολλώνιου και ότι ο τελευταίος υπήρξε ανώτερος του πρώτου. Απόψεις σαν κι αυτές επικράτησαν κυρίως στην Ευρώπη, τον 18ο αι. ανάμεσα σε διαφωτιστές και σ’ άλλους… και επανεμφανίστηκαν στις μέρες μας με τίτλους ηχηρούς του τύπου Απολλώνιος, θεός, επί της γης… Υπάρχουν μάλιστα κάποιοι που προτείνουν να χρονολογείται η ιστορία μας όχι π.Χ. και μ.Χ., αλλά π.τ.Α. και μ.τ.Α.(πολλώνιου)!

Είναι όμως τα πράγματα έτσι; Υπήρξε ο Απολλώνιος ο Τυανεύς τόσο μεγάλος, ώστε να μπορεί να γίνει κάποια σύγκριση μεταξύ αυτού και του Ιησού της Γαλιλαίας; Ήταν ο Απολλώνιος ο «Έλληνας μεσσίας» όπως τον ονόμασε ο Γερμανός Frank Thiess; Υπάρχουν πραγματικές αναλογίες στη ζωή των δύο; Μήπως υπήρξαν και οι δύο συνιδρυτές του Χριστιανισμού; Και πάνω απ’ όλα: Οι Χριστιανοί αιώνες αργότερα, μετά την εμφάνιση του Ιησού, γράψαν τις ευαγγελικές ιστορίες, κομμένες και ραμμένες στα μέτρα του Απολλώνιου όπως ισχυρίζεται ο Bernard και κάποιοι άλλοι εσωτεριστές; Ή τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά;

Το θέμα, μου προκάλεσε το ενδιαφέρον, γι’ αυτό και θέλησα να το εξετάσω από ιστορική και επιστημονική άποψη. Παρακάτω, παραθέτω τα αποτελέσματα της έρευνας.

 

Ποιος ήταν πραγματικά ο Απολλώνιος ο Τυανεύς;

Το πρώτο πράγμα που έχει να κάνει ένας ερευνητής, είναι να εξετάσει εάν υπήρξε πράγματι ο Απολλώνιος, ποιες πηγές διαθέτουμε για τη ζωή του και τη δράση του, και κατά πόσον είναι αξιόπιστες. Αν κάνει λοιπόν τον κόπο και ανατρέξει στα εγκυρότερα ιστορικά έργα, τις μονογραφίες και σε σχετικά λήμματα στις μεγάλες εγκυκλοπαίδειες, θα πληροφορηθεί έκπληκτος ότι η μοναδική πηγή που διαθέτουμε για να μάθουμε για τον Απολλώνιο, είναι ο νεοπλατωνικός ρήτορας Φλάβιος Φιλόστρατος, ο οποίος στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ. έγραψε κατ’ εντολήν της Ιουλίας Δόμνας, συζύγου του Αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου, το έργο του Τα εις τον Τυανέα Απολλώνιον σε οκτώ βιβλία. Στο έργο αυτό ο Φιλόστρατος παρουσιάζει τον Απολλώνιο σαν νεοπυθαγόρειο σοφό, άγιο, ανώτερο και αυτού του Πυθαγόρα, κήρυκα του ηθικού καθαρμού, στηριζόμενος στα υποτιθέμενα έργα του Τυανέα, και στο ημερολόγιο κάποιου μαθητού του, του Δάμιδος και σε ποικίλες παραδόσεις. Εικάζεται ότι ο Απολλώνιος γεννήθηκε, γύρω στο 3 μ.Χ. αλλά οι περισσότεροι δέχονται το 10 μ.Χ. και πέθανε σε βαθιά γεράματα. Απ’ αυτήν τη μοναδική πηγή μπορεί ν’ αντλήσει κάποιος πληροφορίες για τον Απολλώνιο. Δηλαδή από ένα έργο που γράφτηκε 100 και πλέον χρόνια μετά από τα αναφερόμενα περιστατικά της ζωής του ήρωα του συγγραφέα. Έργα του ίδιου του Απολλώνιου αν και αναφέρονται πολλά, δεν σώζονται και ίσως από τις 77 επιστολές του, κάποιες να είναι γνήσιες. Στο πρώτο ερώτημα που τίθεται, αν όντως υπήρξε Απολλώνιος ο Τυανεύς, ή είναι ένα μυθιστορηματικό δημιούργημα του συγγραφέα Φιλόστρατου, δια του οποίου προβάλλει ο ίδιος τις θέσεις του και τη φιλοσοφία του, πολλοί έγκυροι ερευνητές θα απαντούσαν καταφατικά στη δεύτερη άποψη. Ότι, δηλαδή ο Απολλώνιος, όπως περιγράφεται, υπήρξε περισσότερο αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα. Όμως, ακόμα και με την εκδοχή ότι υπήρξε πραγματικά ο ήρωάς του συγγραφέα, άποψη που δέχονται διάφοροι ιστορικοί, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι ο Φιλόστρατος έγραψε μια «μυθιστορηματική βιογραφία», με στοιχεία παραμυθιού και μυθιστορίας, παρουσιάζοντας θεωρίες σχετικά με την τέχνη τάχα του Απολλωνίου, αλλά στην ουσία δικές του, όπως ακριβώς εκθέτει και τις δικές του ιστορικές, γεωγραφικές και φιλολογικές γνώσεις, σαν γνώσεις του ήρωά του.

Επίσης οι έγκυροι ερευνητές εκφράζουν τη βεβαιότητα ότι ο Φιλόστρατος για τη συγγραφή του βίου του εκ Τυάνων σοφού, στηρίχτηκε σε πολλές αβέβαιες λαϊκές παραδόσεις αλλά και στα απόκρυφα Ευαγγέλια που άρχισαν να γράφονται τον 2ο μ.Χ. αι., και ακόμη, και στα κανονικά Ευαγγέλια, τα οποία φαίνεται ότι είχε υπ’ όψη του ο συγγραφέας, αφού περιγράφει τον Απολλώνιο σε μερικές περιπτώσεις να διενεργεί θαύματα που μοιάζουν κατά πολύ τα θαύματα του Χριστού, κάτι που δεν μπορεί να είναι τελείως συμπτωματικό. Περισσότερα επ’ αυτού θα ειπωθούν παρακάτω. Εδώ αρκούμαι να σημειώσω ότι ακόμα και η αρχική πηγή του Φιλόστρατου, το σημειωματάριο του Δάμιδος που χάρισε τάχα στον πρώτο, η Ιουλία Δόμνα, αναγνωρίζεται ως «λογοτεχνικό μυθιστόρημα» (Maria Dzielska, σελ. 193). Αναγνωρίζεται ακόμη ότι ο Φιλόστρατος, δεν είχε καμιά αξιόπιστη πηγή γραμμένη από κάποιον που διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Απολλώνιο. Μόνο μια τέτοια πηγή θα μπορούσε να προσδώσει αυθεντικότητα στη βιογραφία που έγραψε.

Έτσι, μαζί με την Ιουλία Δόμνα όπως φαίνεται, δημιούργησε τον Σύριο Δάμι από τη Νινευή… στον οποίο απέδωσε τη συγγραφή της ιστορίας του Τυανέα, την οποία είχε γράψει ο ίδιος (όπ. π. σελ. 194). Δεν μπορεί ν’ αποκλεισθεί και η υπόθεση ότι ο ίδιος ο Φιλόστρατος επινόησε το όνομα του συγγραφέα της φανταστικής πηγής του, δηλαδή του Δάμιδος.

Οι σοβαροί και έγκυροι ερευνητές, είναι σαφείς και κατηγορηματικοί επ’ αυτού:

  • «… η ζωή και προσωπικότητα του (Απολλώνιου) περιγράφονται μυθιστορηματικά από τον Φιλόστρατο (αρχές του 3ου μ.Χ. αιώνα) (Α.Δ. Σκιαδάς, λήμμα, στην Πάπυρος, Λαρούς Μπριτάνικα).
  • «Η Ιουλία Δόμνα ανέθεσε στο Φιλόστρατο να γράψει Τα εις τον Τυανέα Απολλώνιον, μια βιογραφία του σε 8 βιβλία, με πάρα πολλά μυθιστορηματικά και φανταστικά στοιχεία (Ε.Ν. Ρούσσος, Απολλώνιος ο Τυανεύς, στην Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια).
  • Καταλήξαμεν… ότι υπάρχουν δύο μορφαί του Απολλωνίου· η μία ιστορική και η ετέρα μυθιστορηματική (Αντ. Παπαδόπουλος, σελ. 124).
  • Ο καθηγητής Βυζαντινολογίας Β.Ν. Τατάκης παρατηρεί: «Είναι φανερό ότι το έργο του Φιλόστρατου είναι μυθοποιημένη βιογραφία του Απολλώνιου… Η φαντασία κεντά τα στολίδια της πάνω σε καμβά ιστορικό. Δύσκολο βέβαια, είναι το ξεχώρισμα» (σελ. 39).
  • Ο διάσημος Ελληνιστής sir Richard Livingstone, στο έργο του Η αποστολή της Ελλάδας (Θύραθεν, 2001, σελ. 262, 263) σημειώνει: «… Ο Φιλόστρατος αντιμετώπισε τον Απολλώνιο ως ήρωα περιπετειώδους μυθιστορήματος… Σήμερα μπορούμε να δούμε τη βιογραφία του ως ψυχαγωγικό μυθιστόρημα, ενός χαρισματικού στο είδος του συγγραφέα… δεν πρέπει να τον θεωρήσουμε υπεύθυνο για τα μυθεύματα, που η ευλάβεια και η ψευδολογία και η λογοτεχνία επισώρευσαν γύρω απ’ το όνομά του».
  • Και ο Ernest Renan έγραψε: «Κανείς δεν μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στον βίο του Απολλώνιου του Τυανέως αφού η ιστορία αυτή γράφτηκε πολύ αργότερα μετά τον ήρωα και υπό συνθήκες καθαρού ρομάντζου» (Η ζωή του Ιησού, σελ. 52).

Κατόπιν όλων αυτών είναι φανερό πόσο αξιόπιστες πηγές έχουμε για ν’ ανασυνθέσουμε την ζωή, τη δράση και την προσωπικότητα του Απολλώνιου, ακόμα δε περισσότερο για να εξακριβώσουμε αν έκανε θαύματα, αν αναστήθηκε και αναλήφθηκε όπως ο Ιησούς, αν προέβλεπε το μέλλον κ.λπ. Αλλά ας κάνουμε την παραχώρηση στους αντιφρονούντες κι ας συνεχίσουμε την αναζήτηση και την σύγκριση…

 

Υπάρχουν πραγματικές αναλογίες;

Οι νεοπαγανιστές, οι εσωτεριστές και αποκρυφιστές που τον τελευταίο καιρό έχουν ξεσπαθώσει, επαναφέροντας «παλιά ξινά σταφύλια», και παρουσιάζοντάς τα για εκλεκτά κλήματα, αρέσκονται κατά κόρον να υπογραμμίζουν τις ομοιότητες και τις δήθεν αναλογίες που υπάρχουν μεταξύ του φανταστικού, μυθιστορηματικού αυτού Απολλώνιου και του ιστορικού Ιησού από τη Γαλιλαία, που έδρασε σε συγκεκριμένο τόπο και χώρο (Παλαιστίνη μεταξύ 30-33 μ.Χ.) και για τον οποίον έχουμε πληροφορίες όχι από μια μεταγενέστερη μυθιστορηματική πηγή, αλλά από 30 και πλέον συγγραφείς που έγραψαν μεταξύ του 50-200 μ.Χ. μεταξύ των οποίων και οι χριστιανομάχοι Κέλσος και Λουκιανός (2ος αι. μ.Χ.) (βλ. άρθρο μου, Υπήρξε πραγματικά ο Ιησούς της Γαλιλαίας;).

Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, περιττεύει νομίζω, κάθε συζήτηση για το αν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε πραγματική αντιπαραβολή… μεταξύ ενός ιστορικά γνωστού προσώπου, και ενός αναπλασμένου από τη φαντασία, σαν του Απολλώνιου. Αλλ’ ακόμη, αν κάνουμε τον κόπο να μπούμε πιο βαθιά, θα διαπιστώσουμε ότι οι προβαλλόμενες ομοιότητες είναι ελάχιστες και εξηγήσιμες. Οι δε διαφορές μεταξύ των δύο ανδρών, είναι τεράστιες και αγεφύρωτες, όπως άλλωστε, παρόμοιες διαφορές υπάρχουν μεταξύ του Χριστού και όλων των αρχαίων Ελλήνων σοφών. Αναφέρω μερικές απ’ αυτές, τις σπουδαιότερες.

1) Σύμφωνα με τα θρυλούμενα κι αναφερόμενα για τον Απολλώνιο, ο νεοπυθαγόρειος αυτός σοφός, έζησε σαν ασκητής με αυστηρή πειθαρχία αποφεύγοντας το κρέας και το κρασί, τον έρωτα και το σεξ, ζώντας σύμφωνα με τις πυθαγόρειες αρχές και κανόνες διαβίωσης.

Ο από Ναζαρέτ Ιησούς, όμως,  παρόλον που μερικοί σήμερα τον θέλουν φυτοφάγο γιατί είναι οι ίδιοι, και έτρωγε κρέας και έπινε κρασί (Ματθ. 11:19), ευλόγησε τον οίνο στην Κανά της Γαλιλαίας, και κατηγορήθηκε από τους Φαρισαίους ως «υιός φάγος και οινοπότης ως φίλος των πορνών και των τελωνών», σε αντίθεση με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, που ήταν όντως ασκητής.

Επίσης, παρόλο που ο Ιησούς δεν νυμφεύτηκε, δεν ζούσε ασκητικά αλλά απολάμβανε τις χαρές της ζωής, διέθετε χιούμορ, μετείχε σε κοινωνικά δρώμενα, είχε μαθήτριες, ευλόγησε το γάμο και τα παιδιά, και αποδεχότανε την σαρκική σεξουαλική ένωση («ό ο θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω», και, «έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν, ώστε ουκέτι εισί δύο, αλλά σαρξ μία». Ματθ. 19:5-6, Μάρκος 10:7, 13-16). Μεγαλύτερη διαφορά στον τρόπο ζωής των δύο ανδρών, δε θα μπορούσε να υπάρχει.

2) Ο Απολλώνιος, πάντα κατά τα αναφερόμενα, ζούσε με μυστικιστικό τρόπο. Επέβαλε κατ’ αρχάς στον εαυτό του 5ετή σιγή, όπως ήθελαν οι αρχές του Πυθαγορισμού και σ’ όλη του τη ζωή ζούσε εν σιγή ως μυστικιστής, και εσωτεριστής. Ο Ιησούς, αντίθετα, έζησε φυσιολογικά μέχρι τα τριάντα του στη Ναζαρέτ εργαζόμενος ως τέκτων (Ματθ. 13:54, Μαρκ. 6:1-3) και μετά τα 30, και επί τριάμισι χρόνια, κήρυττε μαζί με τους μαθητές του στα χωριά και σε πλατείες και σε λόφους και ακροθαλασσιές, το ευαγγέλιο της βασιλείας των ουρανών. Και τους έδωσε οδηγίες πώς να κηρύττουν κι αυτοί με απλότητα (Ματθ. 10:5-15). Σε μια περίπτωση, μάλιστα, είπε: «Όσα ακούσετε από εμένα ιδιαιτέρως, κηρύξατέ το δημοσία. Κι αυτό που ακούτε μυστικά στο αυτί, κηρύξτε το στις ταράτσες, ώστε να το ακούσουν όλοι» (Ματθ. 10:27). Αργότερα, είπε ότι το ευαγγέλιό του και η διδασκαλία του θα έπρεπε να διακηρυχτούν σ’ όλα τα έθνη φανερά (Ματθ. 24:14, 28:18).

Παρά τις εμμονές των συγχρόνων μυστικιστών, καμιά διδασκαλία του Ιησού δεν έμεινε μυστική ή απόκρυφη, αφού κηρύχτηκε και καταγράφτηκε στα Ευαγγέλια, λίγα χρόνια μετά το θάνατο του, ζώντων των αυτόπτων και αυτήκοων μαρτύρων, ώστε να την γνωρίζουν οι πάντες, και οι εχθροί του ακόμη.

Συνεπώς, μυστικισμός τύπου των νεοπυθαγορείων δεν υπήρχε στον Ιησού και στους μαθητές του, ούτε φυσικά ο Ιησούς ήταν Εσσαίος για να διδαχθεί απ’ αυτούς μυστικισμό… Τα περί Ιησού, Εσσαίου, έχουν απορριφθεί εδώ και καιρό από τους ειδικούς (βλ. J. Finger, Jesus, Essener, Guru oder Esoteriker? 1993).

3) Ο Ιησούς είχε επίκεντρο της διδασκαλίας του τη «βασιλεία των Ουρανών» (ή βασιλεία του θεού) που δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά η εξουσία και η κυριαρχία του Θεού, ο νέος κόσμος του Θεού, που ευαγγελιζότανε ο ίδιος ο Ιησούς και ενσαρκωνότανε μέσω του ίδιου και του κύκλου των μαθητών του. Η βασιλεία αυτή εμφανίζεται στα Ευαγγέλια, ως παρούσα (στο πρόσωπο του Ιησού) και ως μέλλουσα, εσχατολογικά. Οι περισσότερες παραβολές του Ιησού είχαν κέντρο αυτή τη διδασκαλία της βασιλείας του Θεού. Αυτός ο νέος κόσμος του Θεού με την μελλοντική κυριαρχία και επίτευξη μιας κοινωνίας αγάπης, ειρήνης και δικαιοσύνης, ήταν μια επαναστατική διδασκαλία, όπως παρατήρησε ο ιστορικός H. G. Wells, αφού κανένας αρχαίος σοφός δεν είχε ιδέα περί αυτής όπως επεσήμανε και ο φιλόσοφος Leibniz. Ήταν πραγματικά ευ-αγγέλιο, καλή αγγελία για τους ανθρώπους μήνυμα θεοκεντρικό και τελολογικό, στραμμένο στο μέλλον (Charles Perrot). Ο Απολλώνιος, δεν είχε ιδέα από αυτή την κεντρική διδασκαλία του Ιησού, δεν αναφέρεται να μίλησε ποτέ γι’ αυτήν, ούτε κάποιος άλλος βέβαια σοφός (Πυθαγόρας κ.λπ.).

4) Σύμφωνα με τα του Φιλόστρατου και με άλλες παραδόσεις, ο Απολλώνιος πίστευε σαφώς στην εκ φύσεως αθανασία της ψυχής και στη μετεμψύχωση, μάλιστα, ως νεοπυθαγόρειος. Αντίθετα, ο Ιησούς ως φυσικός Ιουδαίος, απευθυνόμενος σε φυσικούς Ιουδαίους, αναγνώριζε όχι την εκ φύσεως αθανασία της ψυχής ούτε τη μετεμψύχωση, αλλά την εκ νεκρών ανάσταση ολόκληρου του ανθρώπου (βλ. Π. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, Εισαγωγή, τόμος 1ος). Ο Ιησούς, εκτός που ο ίδιος ανέστησε 3 νεκρούς, (το γιο της χήρας στη Ναΐν, την κόρη του Ιαείρου, και το Λάζαρο) είπε σχετικά με την ανάσταση ότι θα αναστήσει τους νεκρούς εν τη εσχάτη ημέρα και ότι οι νεκροί θα εξέλθουν εκ των μνημείων, ακούγοντας τη φωνή του (Ιωάν. 5:28, 11:24-26) πράγμα, που μόνον ένας που πιστεύει ότι είναι Θεός, υιός θεού, και θα ζει αιωνίως, μπορεί να υποσχεθεί και να επιτελέσει.

Η διδασκαλία αυτή της ανάστασης υπ’ αυτήν την έννοια, είναι μοναδική βιβλική έννοια, πρωτάκουστη, και βρίσκεται σε αντίθεση εκ διαμέτρου με την διδασκαλία της εκ φύσεως αθανασίας της ψυχής, που πίστευαν οι πυθαγόρειοι, οι νεοπυθαγόρειοι και, φυσικά, και ο Απολλώνιος, και δεν έχει καμιά σχέση βέβαια με τις μυθολογικές νεκραναστάσεις θεών της φύσης (Άδωνις, Διόνυσος, Άττις), που λάτρευαν οι εθνικοί.

5) Ο Απολλώνιος, θεωρείται ότι διενήργησε θαύματα όπως και ο Ιησούς. Στα λαϊκά στρώματα ήταν πιστευτός ως θαυματοποιός. Αλλά αυτά, πλην του Απολλόδωρου, από κανέναν άλλον δεν μαρτυρούνται. Προσεκτική ανάγνωση μάλιστα, πείθει, ότι πρόκειται περί απομιμήσεως των θαυμάτων του Ιησού. Όπως το θαύμα της αναστάσεως μιας κόρης και το θαύμα εκβολής δαιμονίου κ.λπ. Είναι θαύματα, που πλην του μυθώδους χαρακτήρος στερούνται πρωτοτυπίας (Αντ. Παπαδόπουλος).

Αντίθετα, τα θαύματα του Ιησού είναι πολλά, 35 περίπου αναγράφονται, και πολλών ειδών. Είναι θαύματα που μπορούν να καταταγούν σε 4 κατηγορίες: α) θαύματα εξουσίας πάνω στις δυνάμεις της φύσης β) θεραπείας φυσικών και πνευματικών ασθενειών γ) εκβολή δαιμονίων και δ) αναστάσεις νεκρών.

Τα θαύματα του Ιησού είναι άρρηκτα δεμένα με τη διδασκαλία του όπως παρατήρησε ο μαθηματικός Blaise Pascal, και δεν δίδονταν έμφαση σ’ αυτά τόσο, όσο στη διδασκαλία του. Ο Ιησούς, αναφέρεται πάνω από 40 φορές ως Ραββί, δάσκαλος, αλλά ποτέ δεν αποκαλείται θαυματοποιός. Αναφέρονται και μαρτυρούνται τα θαύματά του, όχι μόνο από τους 4 ευαγγελιστές αλλά και από τον απόστολο Παύλο (Α’ Κορ. 15:3-8, Εβρ. 2:4) τον απόστολο Πέτρο (Πράξ. 2:22-23, Β’ Πέτρου 1:16-18) τον Ιουδαίο ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο (Αρχαιότητες, XVIII 3 § 3) που αποκαλεί τον Ιησού «ποιητή θαυμαστών έργων», το Ταλμούδ (Βαβυλωνιακό Ταλμούδ, Σάνχεδρίν 43α, Ταναΐμ), τους απολογητές του 2ου μ.Χ. αι. Ιουστίνο και Κοδράτο (Διάλογος με τον Τρύφωνα, και Ευσεβίου, Εκκλησιαστική ιστορία IV, 3) αλλά και από τους χριστιανομάχους εθνικούς Κέλσο (Ο Αληθής Λόγος, Ωριγένης κατά Κέλσου, βιβλία Ι 34, 37 και ΙΙ) και Ιουλιανό (Κατά Γαλιλαίων, Λόγος Α’, 191ε).

Τα θαύματα άλλωστε, του Ιησού, δεν ήταν αυτοσκοπός. Δεν γινόταν για να προκαλέσουν απλά και μόνο κατάπληξη ή δέος στους παρευρισκομένους. Ήταν έργα, και σημεία όπως λέγονται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (10:38, 7:31), σημεία, για ν’ ανοίξει η διάνοια των αποδεκτών και να καταλάβουν ότι αυτός που τα διενεργούσε ήταν ο υποσχεμένος μεσσίας, «υιός θεού εν δυνάμει», και ότι μπορεί να επιτελέσει αυτά που υποσχότανε στο μέλλον (Ιωάν. 5:28). Γι’ αυτό, κι αρνήθηκε ο ίδιος να κάνει καταχρηστική άσκηση της θαυματουργικής δύναμής του (Ματθ. 4:3-7), και να κατεβεί απ’ τον σταυρό για να ικανοποιήσει ιδιοτελείς επιθυμίες ή να εξαναγκάσει κάποιους να τον πιστέψουν (Ματθ. 27:40-42).

6) Οι αναφερόμενες προγνώσεις του μέλλοντος από τον Απολλώνιο δεν έχουν καμιά σχέση με τις αληθινές προφητείες του μέλλοντος από τον Ιησού. Αν πιστέψουμε στα υπό του Φιλόστρατου λεγόμενα, ήταν απλές μαντείες, ή προγνώσεις ενός σοφού παρατηρητή γεγονότων, που θα μπορούσε να κάνει οιοσδήποτε άλλος. Οι αναφερόμενες προβλέψεις του Απολλώνιου, είναι γενικές, αόριστες και ανεπιβεβαίωτες.

Έτσι, αν δεχθούμε τα υπό του Φιλόστρατου, ο Απολλώνιος, προείπε τον λοιμόν της Εφέσου, αλλά αυτός ήταν αναπόφευκτος για ένα παρατηρητικό, βλέποντας την αθλιότητα των κατοίκων και την άγνοια στοιχειωδών όρων ζωής. Αναφέρεται ακόμη ότι προέβλεψε τάχα το σεισμό της Σμύρνης, αλλά επρόκειτο μάλλον περί ευχής. Η πρόγνωσή του, για τη Ρώμη, «έσται τι μεγα κουκ εσται», είναι τόσο γενική και αόριστη, που θα μπορούσε ν’ αποδοθεί σ’ οποιοδήποτε γεγονός. Φαίνεται καθαρά ότι επρόκειτο για μαντεία.

Υπάρχει, βέβαια, και η τηλοψία του φόνου του Δομιτιανού από μέρους του, αλλά ποιος μπορεί να ξέρει τι είπε και τι δεν είπε πραγματικά, αφού η μοναδική πηγή μας, ο Φιλόστρατος, γράφει 100 και πλέον χρόνια μετά, και βάζει στο στόμα του, αυτά που θέλει ο ίδιος; Τα ίδια, μπορούν να λεχθούν για την δήθεν ανάσταση και ανάληψή του στον ουρανό (Κιτρινιάρης, σελ. 91).

Σ’ αντίθεση μ’ όλα αυτά, ο Ιησούς αναγνωρίστηκε εξ’ αρχής ως αληθινός μεσσιανικός και εσχατολογικός «προφήτης εκ της Ναζαρέτ» (Λουκ. 24:19, Πράξ: 3:22, Εβρ. 1:1 επ.). Ο Ιησούς προφήτεψε και προέβλεψε γεγονότα κατά τρόπον ελέγξιμο μέχρι σήμερα, από οιονδήποτε καλόπιστο, τρίτο.

Ο Ιησούς υπήρξε όχι μόνον θαυμαστό αντικείμενο προφητείας—πάνω από 300 προφητείες και τυπολογίες έχουν επισημανθεί για το πρόσωπό του, που προφητεύουν τον χρόνο και τον τόπο της γέννησής του, την θεία του προέλευση, τη ζωή του, τη φύση του έργου του, τα θαύματά του, το θάνατό του και την ανάστασή του (βλ. π.χ. Γεν. 49:10, Ησαΐα 9:7, 7:14, Μιχ. 5:2, Ησ. 53, 1, 4, 8, Δανιήλ 9:1, 24, Ψαλμ. 2:2-9, 22:16-18 κ.ά.)—αλλά ο ίδιος προφήτευσε, ενεργώντας ως ο μεγαλύτερος από τον Μωυσή προφήτης (Δευτ. 18:15, Πράξ.:3:22) για ν’ αποδείξει τη μεσσιανικότητά του. Οι αξιοθαύμαστες προφητείες του, μπορούν να καταταγούν σε πέντε κύκλους. α) Σ’ αυτές που αφορούν το πρόσωπό του (σταύρωση, προδοσία Ιούδα, ανάσταση), β) Αυτές που αφορούσαν το μέλλον της εκκλησίας του  (Ματθ. 16:18, 19 κ.λπ.) και τη διάδοση του ευαγγελίου της βασιλείας σ’ όλα τα έθνη, όπως κι έγινε και γίνεται μέχρι σήμερα (Ματθ. 24:14 πρβλ. Ιωάν. 12:24), γ) προφητείες σχετικά με την Β’ παρουσία του που είναι θέμα εσχατολογικό, μελλοντολογικό, δ) προφητείες σχετικά με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του ναού, ε) προφητείες σχετικά με την τύχη και το μέλλον του Ισραήλ (Λουκ. 21:20-20, Μάρκος 13, Ματθ. 24).

Στέκομαι πολύ λίγο, στις τελευταίες δύο ομάδες. Όταν είπε τις προφητείες αυτές ο Ιησούς (33 μ.Χ.), κανείς δεν διανοούνταν ότι σε 37 χρόνια, δηλαδή το 70 μ.Χ., θα καταστρέφονταν ολοσχερώς ο ναός και η Ιερουσαλήμ, οι Ιουδαίοι θα διασκορπιζόνταν σ’ όλα τα έθνη και η Ιερουσαλήμ θα παρέμενε υπό την κυριαρχία πολλών εθνών. Αν κάποιος νομίζει ότι δεν τα είπε, πάντως, τα Ευαγγέλια περιέχουν τα λόγια του, και γράφτηκαν στην ακρότατη περίπτωση γύρω στο 100 μ.Χ. Αργότερα, και να θέλει κανείς να τα χρονολογήσει, δεν μπορεί γιατί υπάρχουν χειρόγραφα και μαρτυρίες άλλες, για την ύπαρξή τους.

Και πάλι, ο χρόνος εκπλήρωσης της προφητείας είναι πολύ μεταγενέστερος, αφού από το 70 μ.Χ. μέχρι το 1948 μ.Χ. που οι Ισραηλίτες επέστρεψαν στην Παλαιστίνη, ήταν διασκορπισμένοι στα πέρατα της γης ως περιπλανώμενοι Ιουδαίοι και η Ιερουσαλήμ πατήθηκε από διάφορα έθνη (Ρωμαίους, βυζαντινούς, σταυροφόρους, Άραβες, Τούρκους, Άγγλους κ.λπ.) όχι μία, αλλά 35 φορές! Όποιος αμφιβάλλει, ας ανατρέξει στα ανάλογα ιστορικά έργα.

7) Ως προς την ανάσταση και ανάληψη και εμφάνιση τάχα του Απολλώνιου στους μαθητές του, όπως τις αναφέρει ο Φιλόστρατος (8, 12) η έρευνα κατέδειξε, ότι είχε προ οφθαλμών, τα Ευαγγέλια από τα οποία είχε εξάρτηση και εμιμείτο (Αντ. Παπαδόπουλος, σελ. 87 επ.), και επιδίωκε να τον περιβάλει με αίγλη και θρύλο θαυμαστών εμφανίσεων. Η ανάληψη του ήρωά του, έχει περισσότερο σχέση με τις μεταβάσεις των ουράνιων θεών, στον Όλυμπο. Δεν έχει καμιά σχέση με την πορεία νίκης και θριάμβου του Χριστού, ο οποίος πρώτα κατέβηκε, και ταπεινώθηκε ως άνθρωπος (Πράξ. 2:32-35, Ιωάν. 3:13).

8) Κατά τον Φιλόστρατο, ο Απολλώνιος, υπήρξε ανώτερος όλων των σοφών και αυτού του δάσκαλού του, Πυθαγόρα. Είχε τέλεια γνώση των πάντων και γνώση όλων των γλωσσών των ανθρώπων και των ζώων. Αυτά τα γράφει και σ’ άλλο έργο του, Βίος των Σοφιστών. Ταξίδεψε πολύ και γνώρισε και επηρεάστηκε από τους βαβυλώνιους αστρολόγους και μάγους, τα μυστήρια των βραχμάνων, τους Γυμνοσοφιστές, τα ελευσίνια μυστήρια κ.λπ. Φέρεται σαν μύστης, συγκρητιστής, όπως συγκρητιστικό ήταν άλλωστε, και το περιβάλλον της Ιουλίας Δόμνας και του Σεπτίμιου Σεβήρου.

Ο μυθιστοριογράφος, απόβλεπε σαφώς, στην ηρωοποίηση και θεοποίηση του Απολλώνιου, αφού τον θεωρεί υιόν του Διός, τον προβάλλει ως «αθάνατον ψυχήν τε και σώματι» (Βίος Απολ. 8, 5) και θεωρεί τον ήρωά του, ως Απόλλωνα (= Απολλώνιος). Έτσι, αναζωπυρώνονταν η λατρεία του Απόλλωνα, Ήλιου, και ενισχύονταν η εθνική θρησκεία. Ο Απολλώνιος, βέβαια, μπορεί να δεχόταν έναν θεό, αλλά δεν απέκλειε και άλλους.

Το ότι όλα αυτά δεν έχουν και δεν μπορούν να έχουν καμιά σχέση με τον Ιησού και τη διδασκαλία του περί ενός μόνον Θεού, αυτού του γνωστού ως Γιαχβέ της Π.Δ., μόλις είναι ανάγκη να ειπωθεί αφού ο Ιησούς είχε εγκολπωθεί το περίφημο ιουδαϊκό σεμά: «Άκουε Ισραήλ: Κύριος ο θεός ημών εις Κύριος» (Μαρκ. 12:29, Ματθ. 22:39). Ο Ιησούς, χωρίς να εξέλθει των συνόρων του, κήρυξε απλές αλήθειες, όπως ότι όλοι είμαστε παιδιά ενός Θεού και αδέρφια και πρέπει να αγαπάμε όλους ακόμη και τους εχθρούς μας.

9) Ο Απολλώνιος δεν μιλούσε ως αυθεντία, αλλά έλεγε «νομίζω», «μου φαίνεται», κ.λπ. Και καλώς έπραττε. Ήθελε να διδάσκεται και να διδάσκει σαν σοφός νεοπυθαγόρειος. Αντίθετα, ο Ιησούς μιλούσε με απόλυτη αυθεντία, ως έχων εξουσίαν λέγοντας «εγώ λέγω υμίν» και, «εγώ είμαι η αλήθεια η οδός και η ζωή», «εγώ είμαι η ανάστασις…» «πριν γίνει ο Αβραάμ εγώ είμαι» κ.λπ., εκφράσεις που υποδηλώνουν το θείο κύρος του και την αυτοσυνειδησία του ως Μεσσία,  αφού δίδασκε ότι θα έχει και μετα-ανθρώπινη ζωή και θα επανέλθει στο τέλος των ημερών μετά αγγέλων για κρίση (Ματθ. 24:31, 25:31). Γι’ αυτό, και ποτέ δεν χρησιμοποίησε φράσεις όπως, μου «φαίνεται», «νομίζω», «ίσως» κ.λπ., αφού ο ίδιος πίστευε και κήρυττε ότι ήταν, η αυτο-αλήθεια!

10) Ο Απολλώνιος πάντα, κατά τα λεγόμενα, πέθανε σε βαθιά γηρατειά το 96 μ.Χ. ή 98 μ.Χ., χωρίς να είναι γνωστός ο τόπος του θανάτου του, χωρίς καμία πράξη αυτοθυσίας για τους άλλους. Αυτό είναι και το βασικό που λείπει από τη ζωή του, ώστε να μπορεί να συγκριθεί ουσιαστικά, με την αυτοθυσιαστική σταυρική πρόσφορα του Ιησού στην ανθρωπότητα.

 

Μερικά τελικά συμπεράσματα

Μετά απ’ όλα αυτά, μπορούμε να καταλήξουμε σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα:

Α) Ο Απολλώνιος Τυανεύς φαίνεται ότι υπήρξε. Αλλά, τα λεγόμενα περί αυτού από τον Φιλόστρατο, είναι διογκωμένα, μυθώδη και αμφίβολα. Τα αποδιδόμενα εις αυτόν θαύματα και προφητείες και η ανάστασή του είναι απομιμήσεις των θαυμάτων του Ιησού των Ευαγγελίων και των αποκρύφων, που κυκλοφορούσαν τότε, αφού τα εγνώριζαν και ο Κέλσος, και ο Πορφύριος, και άλλοι συγγραφείς.

Β) Καμιά ουσιαστική σύγκριση, αντιπαραβολή ή αναλογία δεν μπορεί να υπάρξει μεταξύ του Απολλώνιου και του Ιησού. Ο ένας ήταν ένας νεοπυθαγόρειος σοφός. Ο άλλος, αποδείχτηκε ο υποσχεμένος Μεσσίας (Χριστός) του Θεού. Ο ένας απλός άνθρωπος της εποχής του ασκητικός, ο άλλος «Υιός Θεού εν δυνάμει». Αυτό που είπε ο φιλόσοφος Kierkegaard για τις ομοιότητες μεταξύ Σωκράτη και Ιησού, μπορεί να λεχθεί και για τις δήθεν ομοιότητες μεταξύ του Απολλώνιου και του Ιησού. Η ομοιότητά τους, βρίσκεται στην ανομοιότητά τους.

Γ) Κανείς δεν μπορούσε τον τέταρτο αιώνα μ.Χ., να παραχαράξει τις όποιες διδασκαλίες ή την προσωπικότητα του Απολλώνιου και να τις μετατρέψει σε χριστιανικές, με το ένδυμα του Ναζωραίου. Και τούτο, διότι, οι προσωπικότητες και οι διδασκαλίες τους είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Και, διότι, ο Ιησούς και η διδασκαλία του ξεκίνησαν τον 1ο αι. και είχανε διαδοθεί και το 2ο και 3ο, σ’ όλη τη λεκάνη της Μεσογείου. Το 325 μ.Χ. στη Νίκαια, διευκρινίστηκε ως ενδοχριστιανικό θέμα, το θέμα του ομοούσιου του Ιησού, με τον Πατέρα.

Δ) Η ύπαρξη δεκάδων χειρογράφων, αντιγράφων της Κ.Δ. από τα μέσα του 2ου αι. όπως οι πάπυροι Τσέστερ, Μπήττυ, ο Μπότμερ 2 κ.λπ. αλλά και οι παραθέσεις των αποστολικών πατέρων και απολογητών από την Κ.Δ., που υπολογίζονται μέχρι τον 3ο μ.Χ. αι. σε 87.000(!), δεν αφήνουν έδαφος αμφιβολίας για το ότι η Κ.Δ., υπήρχε όπως την ξέρουμε σήμερα και δεν αλλοιώθηκε ούτε πλαστογραφήθηκε, από κανέναν. Άλλωστε, την είχαν στα χέρια τους και οι Ιουδαίοι και οι αιρετικοί, και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για οποιαδήποτε πλαστογραφία.

Ε) Ο Απολλώνιος ο Τυανέας, μπορεί να θεωρήθηκε από τον Ιεροκλή και μερικούς άλλους, ως το αντίπαλον δέος του Χριστού, μπορεί να λατρεύτηκε σε κάποιες πόλεις σαν Θεός, μπορεί να κόπηκαν νομίσματα με την εικόνα του, να στήθηκαν αγάλματά του, ακόμη, όλως παραδόξως, και να μπήκε στους νάρθηκες κάποιων ναών… μαζί με το Σωκράτη, Πλάτωνα, Πλούταρχο κ.λπ.,  φαινόμενο που έχει την εξήγησή του, αλλά, δεν άντεξε στο χρόνο, εκ των πραγμάτων, διότι δεν είχε, ούτε μπορούσε να έχει σχέση με την αυτοθυσιαστική ζωή του Ιησού και με την απλή και γνήσια διδασκαλία του, που άρχισε να κηρύττεται από τον 1ο αι., σιγά-σιγά σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο, και να συναρπάζει τις καρδιές των ανθρώπων, πριν την εμφάνιση του Κων/νου και του Θεοδοσίου, που επέβαλαν τον Χριστιανισμό προς ιδίον όφελος. Αυτά λένε η ιστορία και τα γεγονότα…

Τέλος, όσοι σήμερα κόπτονται για τον έλληνα θεό Απολλώνιο, καλά θα κάνουν να θυμηθούν, ότι αυτός καταγόταν από τη Μικρά Ασία, ο βιογράφος του, Φιλόστρατος ήταν φιλοσημίτης, η Ιουλία Δόμνα, σύζυγος τού σημιτικής καταγωγής Σεπτίμιου Σεβήρου, όπως σημίτης ή φιλοσημίτης ήταν ο Πορφύριος αλλά και ο Πλωτίνος και άλλοι νεοπλατωνικοί. Τοσαύτα περί του Απολλωνίου του Τυανέως και του ευφάνταστου βιογράφου του, Φιλόστρατου…

 

Βιβλιογραφία

  • Αντ. Μ. Παπαδόπουλου, Απολλώνιος ο Τυανεύς (Θεσσαλονίκη, 1966) (διδακτορική διατριβή) όπου και σχετική βιβλιογραφία
  • Κ.Σ. Κιτρινιάρη, Απολλώνιος ο Τυανεύς (Εκάτη, 1995)
  • Ε. Λαδιά, Απολλώνιος ο Τυανεύς, λήμμα στην Εγκυκλοπαίδεια Υδρία
  • Βασ. Τατάκη, Η συμβολή της Καππαδοκίας στη χριστιανική σκέψη (1960)
  • Π. Χρήστου, Εκκλησιαστική γραμματολογία, σχετικό λήμμα
  • Maria Dzielska, Απολλώνιος ο Τυανεύς (Ενάλιος, 2000)
  • G.N. Bowerjock, Life of Apollonius (1970)