Καταδικασμένος να ζει

Είμαι ένας εγκληματίας, κύριε πρόεδρε… Ναι το παραδέχομαι! Είμαι ένας εγκληματίας που μου αξίζει να πληρώσω για ότι έκανα. Είμαι αποφασισμένος γι’ αυτό. Σκότωσα, σκότωσα τη Λουΐζα μου και πρέπει να πληρώσω γι’ αυτό το ανοσιούργημα. Κάποια στιγμή, βέβαια, σκέφτηκα ότι μπορεί και να τη λύτρωσα από το μαρτύριο της.

Δεν ξέρω. Ειλικρινά και τώρα που το σκέφτομαι… δεν ξέρω. Ο καθένας ας σκεφτεί ότι νομίζει. Μπορείτε να με καταδικάσετε αν θέλετε…

Ο κατηγορούμενος όρθιος ελαφρά κυρτωμένος , μπροστά στο αναλόγιο κόμπιασε και σταμάτησε την απολογία του στο μικρό ορκωτό δικαστήριο. Αναζητούσε εναγωνία με το βλέμμα του μία ενθαρρυντική ματιά από κάπου, μια ματιά κατανόησης και συμπαράστασης από κάποιον γι’ αυτά που έλεγε. Γύρισε και κοίταξε πίσω του. Αντίκρισε αλλού, βλέμματα γεμάτα εχθρότητα αλλού παγερά αδιάφορα αλλού κάποια περιέργεια ζωγραφισμένη σ’ αυτούς. Σε κάποια μάτια του φάνηκε φανερά ζωγραφισμένος ο οίκτος…

Συνεχίστε, κύριε κατηγορούμενε…, συνεχίστε… Θέλουμε να μας τα πείτε όλα… Να μας πείτε γιατί φτάσατε να πνίξετε τη σύζυγό σας, που τόσο αγαπούσατε , όπως μας είπατε, προηγουμένως σε σχετική ερώτηση του κ. εισαγγελέως… Σας ακούμε… Θέλουμε τη δική σας εκδοχή, πριν εκδοθεί η ετυμηγορία του δικαστηρίου. Βλέπετε, στα κακουργήματα συμμετέχουν και λαϊκοί δικαστές, οι οποίοι δεν έχουν ικανές νομικές γνώσεις, αλλά μπορούν να κρίνουν ορθά με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα.

Μετά από ολιγόλεπτη σιωπή η φωνή του κατηγορούμενου ακούστηκε και πάλι, λίγο πιο καθαρή αυτή τη φορά, κάπως, πιο αποφασιστική.

“Κοιτάξτε κυρίες και κύριοι ένορκοι, δε θέλω να σας κουράσω με περιττές λεπτομέρειες. Τα περισσότερα τα μάθατε στη διάρκεια της διαδικασίας από τους μάρτυρες… Απλά θα’ θελα να σας πω… ” Κόμπιασε και σταμάτησε πάλι.

“Συνεχίστε κύριε κατηγορούμενε συνεχίστε· προσπαθήστε να μην διακόπτετε κάθε λίγο και λιγάκι. ” Ακούστηκε και πάλι ενθαρρυντική η φωνή του προέδρου, ενός μεσόκοπου, παχουλού διοπτροφόρου που έως δικαστής, αναλάμβανε σεβασμό και εκτίμηση απ’ όλους, λόγω της αδέκαστης δικαστικής του κρίσης όπως φημολογούνταν. Αυτή τη φορά άρχισε να μιλά σκεπτόμενος ότι δε θα τον διέκοπτε κανείς ότι και αν έλεγε… ακόμη και αν ξέφευγε από το θέμα του… Άλλωστε ο πρόεδρος του είπε να μιλήσει ελεύθερα και να τα πει όλα απ’ την αρχή.    

“Να μην σας πω κυρίες και κύριοι ένορκοι, το που γεννήθηκα και πως μεγάλωσα μέσα στην οικογένειά μου.” Ίσως να μην σας ενδιαφέρουν αυτά. Ν’ αρχίσω από το πώς γνωριστήκαμε με τη γυναίκα μου τη Λουίζα.

Γνωριστήκαμε όταν εγώ ήμουν 20 χρονών και η Λουίζα δεκαπέντε.

Ήταν κόρη οικογενειακού μας φίλου. Την αγάπησα με πάθος και μ’ αγάπησε παράφορα. Αναπτύχθηκε ένας σφοδρός νεανικός έρωτας. Με ήθελε και την ήθελα. Αλλά ο πατέρας της δεν με ήθελε ήταν ανένδοτος. Εμένα δεν με έβλεπε με καλό μάτι, γιατί είχα παρατήσει τις σπουδές μου σαν μηχανολόγος – ηλεκτρολόγος και άρχισα να δουλεύω δεξιά και αριστερά, μια και δεν μου πολύ άρεσαν τα γράμματα. Την Λουίζα την μοσχαναθρεμμένη μοναχοκόρη του ήθελε λέει να τη δώσει σε κάποιον που θα γινόταν επιστήμονας ή κάτι τέτοιο, και όχι σ’ έναν αχαΐρευτο σαν και εμένα όπως μ’ αποκαλούσε όταν κάποια φορά του αποκάλυψα με κάποια συστολή βέβαια τα συναισθήματα μου για την κόρη του. Την Λουίζα αυτός ήθελε να τη σπουδάσει και να τη δώσει σε κάποιον κατάλληλο. “ Έχω σχέδια εγώ για την Λουίζα μου και δεν πρόκειται να την δώσω σε όποιον κι όποιον ” μου είπε.

Ήρθε η ώρα και πήγα στο στρατό. Έτσι για ένα διάστημα έχασα τα ίχνη της γιατί μετακόμισαν. Όταν απολύθηκα, την αναζήτησα… αλλά την βρήκα κρύα απέναντι μου. Τα είχε φτιάξει με άλλον μου είπε. Έτσι κι εγώ αποσύρθηκα αξιοπρεπώς. Σχετίστηκα με κάποιες άλλες – όχι πολλές, γιατί την είχα στην καρδιά μου και πάντα σ’ αυτήν στριφογύριζε το μυαλό μου, ώσπου, τελικά, μετά από δέκα χρόνια, μετά το θάνατο του πατέρα της, ξανασμίξαμε με σκοπό να μη χωριστούμε ποτέ πια. Τίποτα δε θα μας χώριζε είπαμε παρά μόνο ο θάνατος…

Εκείνη τη στιγμή απότομα ξέσπασε σε κλάματα. Είχε μαζευτεί κι’ έμοιαζε μ’ ένα μεγάλο κουβάρι… “Ο θάνατος συνέχισε, ποιος να το φανταζότανε ότι, ο θάνατος αυτός θα προερχόταν από τα ίδια μου, τα χέρια, για να τη λυτρώσω… από τη φοβερή της αρρώστια…” Συνήλθε μετά από λίγα λεπτά, καθώς είδε ότι όλοι τον άκουγαν με προσοχή, κρατώντας και την ανάσα. “ Πέστε μας, κύριε κατηγορούμενε για τη συζυγική σας ζωή καλύτερα. Πως περνούσατε, πως συμπεριφερόταν το θύμα σε εσάς, αν είχατε παράπονα εις βάρος της, αν ήταν καλή σύζυγος… τέτοια…”

Ακούστηκε σοβαρή η φωνή του προέδρου, που τον παρακολουθούσε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, προσπαθώντας να μην τον διακόψει.  “Ναι, ναι, θα σας μιλήσω γι’ αυτά. Περνούσαμε σχετικά καλά. Τα πρώτα χρόνια μάλιστα πολύ καλά. Μετά από πέντε χρόνια γάμου άρχισαν κάποια προβλήματα στη συμπεριφορά της Λουίζας που, εγώ, δεν τα ερμήνευσα, ίσως σωστά, καθώς τα αναλογίζομαι εκ των προτέρων.

Είχε παρουσιάσει κάποιες κρίσεις κατάθλιψης. Δεν ξέρω, αν ήταν κληρονομικό αυτό ή πρωτογενές. Δεν μπόρεσα να μάθω απ’ την ίδια, αν η μητέρα της, ή κάποιος απ’ τους δικούς της, είχανε ιστορικό με την κατάθλιψη. Ίσως να μην ήξερε κι’ η ίδια, δεν της είχανε πει τίποτα οι δικοί της… Έκανε κάποιες θεραπείες, έπαιρνε κάποια χάπια, τη φρόντιζα να τρώει καλύτερη διατροφή με ψάρια. Οι γιατροί μας συνέστησαν έτσι… Για ένα διάστημα βελτιώθηκε η υγεία της. Τότε, στα έξι χρόνια γάμου, αποκτήσαμε και τον γιο μας το Γρηγόρη. Και η Λουίζα, σαν μάνα πρωτάρα, έπεσε πάνω του. Όπως όλες οι μάνες, που νομίζουν πως αυτές μόνον έχουν κάνει παιδί και ότι το παιδί τους είναι, κάτι το φοβερό και το μοναδικό στο κόσμο. Παιδί θαύμα, indigo που λένε.

Μεγαλώνοντας το παιδί μας κοντά στην εφηβική ηλικία, η Λουίζα άρχισε να παρουσιάζει κρίσεις αγχωτικής διαταραχής. Κάποιος γιατρός μας προειδοποίησε ότι αν συνέχιζε έτσι δε θ’ απόφευγε την κατάθλιψη, στην πιο βαριά μορφή της. Κάποιες βραδιές μου έλεγε ότι ένιωθε μια θηλιά στο λαιμό της, να την πνίγει, δυνατά φτερουγίσματα στο στήθος, ένα σφίξιμο στο στομάχι που πέτρωνε, μια οσμή θανάτου, μια θανατοφοβία να την κυκλώνει. Την στήριζα όσο μπορούσα αλλά δε μπορούσα να είμαι συνέχεια κοντά της, πάνω από το κεφάλι της, ο γιος μας μεγάλωνε. Έφυγε για σπουδές στη Γερμανία, ξελογιάστηκε με μία Γερμανίδα κι έμεινε εκεί. Πέτρα έριξε πίσω του… Καταλαβαίνετε, να μεγαλώνεις ένα παιδί με αγάπη κι εκείνο να μεγαλώσει να αδιαφορεί…”

Γύρισε και κοίταξε πάλι δεξιά και αριστερά, και πίσω του, μπας και συναντούσε κάποιο βλέμμα κατανόησης, συμπάθειας, οίκτου ή συμπαράστασης μια και το βλέμμα του προέδρου και των δικαστών ήταν ανέκφραστο.

Εκτός από ένα συνήγορο που τον άκουγε με συμπάθεια… (έτσι τουλάχιστον του φαινότανε.) Και το συνήγορο που τον κοιτούσε ενθαρρυντικά και του έγνεφε να συνεχίσει, δεν διέκρινε βλέμματα συμπάθειας οι δύο αστυφύλακες που βρισκότανε στην αίθουσα τον κοιτούσαν πάντως αδιάφορα.

“Καταλαβαίνουμε, κύριε κατηγορούμενε”, ακούστηκε και πάλι άχρωμη η φωνή του προέδρου. “Καταλαβαίνουμε… Συνεχίστε όμως και συγκεντρωθείτε στα γεγονότα. Και κυρίως, στα γεγονότα που σας οδήγησαν στο έγκλημα… Μη μας λέτε περιττές λεπτομέρειες….”

Ο κατηγορούμενος ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό του. Του ’ρθε μια στιγμή να σωριαστή στο εδώλιο, και να σταματήσει την απολογία του. Ν’ αρνηθεί να την ολοκληρώσει. Έτσι κι αλλιώς η μοίρα του ήταν προδιαγεγραμμένη. Περίμενε κάθειρξη πολυετή, ή στην καλύτερη περίπτωση, 10 χρόνια φυλακή. Έτσι πιθανολόγησε ο δικηγόρος του, εκτός και αν… Εκτός κι αν τι; Τι περίμενε από την ανθρώπινη δικαιοσύνη από τους ανθρώπους, να τον καταλάβουν; Να καταλάβουν ότι λάτρευε τη Λουίζα του, αλλά η καταραμένη αυτή αρρώστια, το Αλτσχάιμερ που την είχε κυριέψει τον τελευταίο καιρό, την έκανε αγνώριστη; Την έκανε να μην μπορεί να τον αναγνωρίσει, να συνεννοηθεί μαζί της, σε τίποτα; Τι, να τους πει, και τι να καταλάβουν; Ότι η γυναίκα του έκανε απόπειρα αυτοκτονίας με χάπια, και την τελευταία στιγμή τη συγκράτησε και την έσωσε ο ίδιος; Ότι ένα χρόνο πριν την πνίξει, είχε φτιάξει μια μέρα φαγητό για δέκα οικογένειες… αλλά κατανοώντας την κατάσταση της, δεν της είπε τίποτα; Να τους πει ότι συχνά ξεχνούσε τα κλειδιά του σπιτιού τους που τα άφηνε στο ίδιο μέρος αλλά επειδή δεν τα έβρισκε τον έβριζε και κατηγορούσε αυτόν, ότι άφηνε το σπίτι ξεκλείδωτο; Τι να τους πει; Ότι την πήγαινε σε κλινικές και σε νοσοκομεία και οι γιατροί του έλεγαν ότι η γυναίκα του δεν θεραπεύεται, ούτε θα θεραπευτή και ότι η κατάσταση της δεν ελέγχεται πια, με χάπια; Τι να τους πρωτοπεί και τι να προκαταλάβουν; Ότι πολλές φορές την κουβαλούσε στα χέρια, στην αγκαλιά του, και τις νύχτες έκλαιγε μόνος σαν μικρό παιδί.

Ζήτησε ένα ποτήρι νερό, και το όργανο της τάξεως προθυμοποιήθηκε μετά από ένα νεύμα του προέδρου. Το ήπιε μονορούφι. Με πιο σίγουρη φωνή, μετά, αφού κοίταξε το δικηγόρο του  άλλη μία φορά, αποφάσισε να δώσει τέρμα στο μαρτύριο της απολογίας του, επιταχύνοντας…. “Οι γιατροί μου είπαν την τελευταία φορά που την πήγα στην κλινική με κλονισμένα τα νεύρα μου, ότι δεν μπορούσαν να την κρατήσουν άλλο, δεν είχαν κατάλληλο χώρο γι’ αυτά, ότι ξόδευα χρήματα χωρίς αποτέλεσμα, κι ότι εγώ είμαι δυνατός και θα τα καταφέρω… Έτσι, μου είπαν… ότι θα τα καταφέρω… κι εγώ την πηρα ξανά σπίτι. Έκανα μαζί της υπομονή· αλλά η κατάσταση της χειροτέρευε συνεχώς μέρα με τη μέρα, όπως και η δική μου υπομονή μαζί της εξαντλούταν.

Εκείνη τη μοιραία μέρα της ετοίμασα το φαγητό της. Η Λουίζα με βλέμμα ανέκφραστο απλανές το έφαγε και καθώς με είδε να ετοιμάζω το δικό μου, γύρισε και μου είπε:

“Εμένα δε μου δίνεις τίποτα να φάω;” Το μυαλό μου θόλωσε ξαφνικά. Δεν άντεξα άλλο αυτή την αφόρητη κατάσταση… Σχεδόν χωρίς να το καταλάβω έτσι, μηχανικά άρπαξα το κασκόλ που βρέθηκε μπροστά μου, πήγα από πίσω της και το έσφιξα στο λαιμό της… Θυμάμαι σπαρτάρησε για λίγο στα χέρια μου, τη λύτρωσα κύριοι ένορκοι, και λυτρώθηκα κι εγω μαζί της...

Είμαι ένας εγκληματίας, κύριε πρόεδρε… Μου αξίζει να τιμωρηθώ. Αλλά και πάλι δεν ξέρω, μπορεί και να τη λύτρωσα τη Λουίζα μου. Όταν αγαπάς κάποιον δεν μπορείς να τον αφήνεις να υποφέρει ανήμπορος, να τον αφήνεις να βασανίζεται… και να βασανίζεσαι μαζί του κι εσύ. Αυτό δεν είναι ζωή, είναι μαρτύριο, είναι μια κόλαση. Δικάστε με και καταδικάστε με, αν θέλετε. Η δική μου ποινή πάντως, είναι να ζω. Να ζω και να θυμάμαι… Η Λουίζα μου, ζούσε και δε θυμόταν τίποτα, και κανέναν. Εγώ είμαι καταδικασμένος να ζω και να θυμάμαι. Έτσι κι αλλιώς…

Ούτε που άκουσε το δικηγόρο του, ο Ισίδωρος, που σε κάποια στιγμή της αγόρευσης του, μίλησε κάτι για mercy killing, δολοφονία από οίκτο, και damnatio memoriae (καταδίκη σε απόσβεση μνήμης). Ούτε, που άκουσε την ετυμηγορία του δικαστηρίου. “Ένοχος με ελαφρυντικά, φυλάκιση πέντε ετών με αναστολή…

Αυτός κουβαλούσε μέσα του, την αυτοκαταδίκη του. Την δική του ποινή. Ζούσε… για να θυμάται. Να θυμάται ότι σκότωσε για να λυτρώσει και να λυτρωθεί…