Μάρκου Αυρηλίου: Τα εις εαυτόν

Ο εστεμμένος Ρωμαίος φιλόσοφος εξομολογούμενος

Η ιστορία έχει να μας δείξει, λίγα παραδείγματα που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τον Πλάτωνα, που ήθελε οι βασιλείς να γίνουν φιλόσοφοι ή οι φιλόσοφοι να είναι βασιλείς. Ανάμεσα σ’ αυτούς ασφαλώς σημαίνουσα θέση κατέχει ο Μάρκος Αυρήλιος, ο στωικός φιλόσοφος που βασίλεψε σαν Ρωμαίος Αυτοκράτορας από το 161 μ.X. μέχρι το 180 μ.X.

Γεννημένος στη Ρώμη από οικογένεια πατρικίων, ο νεαρός Μάρκος υιοθετήθηκε από τον θείο του Αντωνίνο, αφού τον πατέρα του τον έχασε σε νεαρή ηλικία. Δέχθηκε την ευεργετική επίδραση της στοργικής ανατροφής της μητέρας του Δομίτιας Λουκίλλα, και την παιδεία που τον προσέφεραν Έλληνες και Ρωμαίοι διδάσκαλοι. Αυτά, σε συνδυασμό με το ήρεμο, και γαλήνιο περιβάλλον ανατροφής σε παλιό οικογενειακό μέγαρο, συνετέλεσαν στο να σφυρηλατηθεί ένας σοβαρός, σεμνός, και φιλαλήθης χαρακτήρας, όπως διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας του Αυρηλίου.

Εκείνος όμως που έδωσε οριστική κατεύθυνση στη ζωή του Μάρκου, ήταν ο στωικός φιλόσοφος Ιούνιος Ρούστικος που τον εμύησε στις αρχές και στη φιλοσοφία των στωικών. Ο Μάρκος σαγηνευμένος από τη  στωική φιλοσοφία και τα ηθικά αποφθέγματα των αρχηγών της, επιδόθηκε και εμβάθυνε σ’ αυτήν και εμπλούτισε τις σκέψεις τους με τις δικές του σκέψεις.

Ωστόσο, η τύχη επιφύλαξε στον Αυρήλιο το να γίνει Ρωμαίος Αυτοκράτορας. Με το θάνατο του αυτοκράτορα Αδριανού το 141 μ.Χ. ο Μάρκος Αυρήλιος έγινε αυτόματα διάδοχος και μετά το θάνατο του θείου του Αντωνίνου το 161 μ.Χ. ανήλθε στο θρόνο.

Το έργο που μας άφησε ο Μάρκος Αυρήλιος, έργο που περιέχει τις σκέψεις του, έχει χαρακτηρισθεί ως μοναδικό. Και είναι μοναδικό, γιατί γράφτηκε στα διαλείμματα των διαφόρων εκστρατειών του, τις νύχτες μετά τη παύση του σάλαγου της αιματηρής μάχης ενάντια στους Γερμανούς κάτω απ’ το τρεμάμενο φως ενός λύχνου χωρίς να έχει την πρόθεση να δει το φως της δημοσιότητας. Μερικές φορές ο στοχαστής καταχωρούσε μια σύντομη παρατήρηση που συνοψίζει τις σκέψεις που τον απασχόλησαν στη διάρκεια της μέρας, ή τις ώρες που παρέμενε ξάγρυπνος. Σ’ άλλες περιπτώσεις γράφει παραθέτοντας ρητά ή φράσεις λ.χ. του Ευριπίδη ή κάποιου άλλου σοφού (Πλάτωνα, Ηρακλείτου) που αναπτύσσει και διαπλατύνει με δικές του σκέψεις.

Έτσι ο λογισμός του αυτοκράτορα–φιλόσοφου εμφανίζεται λαγαρός, ανεπιτήδευτος, αφτιασίδωτος. Πέρα για πέρα ανυπόκριτος και ειλικρινής και δικαίως φέρει τον τίτλο Τα εις εαυτόν, αφού ο Μάρκος Αυρήλιος υπήρξε εξομολογητής του εαυτού του. Ο τίτλος αυτός πάντως δόθηκε από τους συλλέκτες των στοχασμών του μετά το θάνατό του.

***

Τα εις εαυτόν είναι μια συλλογή σκέψεων και στοχασμών του Ρωμαίου αυτοκράτορα γραμμένοι στην ελληνική γλώσσα, που διατύπωσε μέσα στη σκηνή του έξι χρόνια πριν από το θάνατό του.

Είναι στοχασμοί που έχουν σχέση με θέματα ιδιαίτερα της ζωής, της συμπεριφοράς του ανθρώπου, της μοίρας και του θανάτου. Μια συλλογή σκέψεων που επειδή δεν γράφτηκαν σ’ ένα ήσυχο περιβάλλον ή σ’ ένα γραφείο, αλλά στα ενδιάμεσα αναταραχών, μαχών, επαναστάσεων, και ταξιδιών, δεν έχουν καμιά αρχιτεκτονική, ούτε ανάλογη δόμηση ή ταξινόμηση, και φαίνεται λογικό το ότι είναι ασύνδετοι μεταξύ τους. Μερικές φορές μάλιστα επαναλαμβάνονται πράγμα που κατά περιστάσεις κουράζει τον αναγνώστη.

Το βιβλίο, δεν είναι τόσο εξαιρετικό για την φιλολογική του μορφή γιατί δεν περιέχει πλούτο εικόνων, παραβολών, μεταφορών κ.ά. καλολογικών στοιχείων, όσο για το ίδιο το περιεχόμενό του το οποίο γίνεται ίσως απολαυστικότερο όταν δεν διαβάζεται σε συνέχειες αλλά κατά περικοπές, αφού μπορεί κανείς να ενδιατρίψει και σε λίγους μόνον στίλβοντας αφορισμούς και αποφθέγματα.

Πάντως εκείνο που μπορεί να παρατηρηθεί για το ύφος των αφορισμών αυτών, είναι η λιτότητα της εκφράσεως και το «δωρικό» στυλ. Ο ρεαλισμός, η αγνότητα, η αθωότητα και ο αυθορμητισμός γίνονται έκδηλα σε κάθε σελίδα του έργου. Αυτό είναι άλλωστε και το βασικό προσόν που εξακολουθεί να ελκύει μέχρι σήμερα το σύγχρονο αναγνώστη.

***

Στη διάρκεια της πολυτάραχης ζωής του, το συγγραφέα μας δεν τον απασχόλησαν τόσο πολύ κοσμολογικά ή μεταφυσικά προβλήματα και ερωτήματα. Από τη μελέτη του έργου του φαίνεται ότι πιστεύει στο θείο ή στους θεούς, γιατί εντυπωσιάζεται από τη φυσική τάξη του κόσμου, και η φιλοδοξία του είναι «συ ζείν θεοίς». Ωστόσο εμφανίζεται περισσότερο σαν αγνωστικιστής και πανθεϊστής, συνεπής με τις αρχές του στωικισμού, και παραιτείται από τα να θέτει ερωτήματα στα οποία δεν μπορεί να αναμένει ικανοποιητική απάντηση, όπως π.χ. το πρόβλημα του κακού ή του πόνου και του αφανισμού των ηθικών και δικαίων ανθρώπων. «Το να βασανίζεις υπερβολικά το νου σου πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα, είναι σαν να φιλονικείς με το Θεό», γράφει, και καταλήγει, «εκ δη του μη ούτως έχειν, είπερ ουχ ούτως έχει πιστούσθω σοι το μη δεήσαι ούτως γίγνεσθαι» (IB, 5).

Στους μελετητές, από τη μελέτη του έργου του είναι φανερό ότι ο Μ. Αυρήλιος δεν έχει ξεκαθαρισμένες ιδέες ούτε περί Θεών ούτε περί ψυχής και αθανασίας. Δεν προσφέρει σύστημα φιλοσοφικό και δεν επιζητεί με τις σκέψεις του να δώσει λύση στα μεγάλα φιλοσοφικά προβλήματα. Στην κυριολεξία δεν έχει φιλοσοφία με τη στενή έννοια του όρου. Είναι ελεύθερος στοχαστής. Εκείνο που τον ενδιαφέρει, και μας ενδιαφέρει και εμάς σήμερα, είναι η αδέσμευτη ηθική του σκέψη. Μια σκέψη που μπορεί να αποσπάσει σε πολλές περιπτώσεις το θαυμασμό του σύγχρονου ανθρώπου του διαποτισμένου και, γαλουχημένου με τις διαιώνιες χριστιανικές αρχές. Γιατί δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που μερικοί από τους αφορισμούς του θυμίζουν λόγια προτροπής του απ. Παύλου, είτε συστάσεις και παραινέσεις άλλων χριστιανών στοχαστών και ασκητών.

«Αρίστος τρόπος του αμύνεσθαι το μη εξομοιούσθαι» [(ο καλύτερος τρόπος του να εκδικηθεί κανείς είναι, το να μην ανταποδίδει, τα ίσα) (ΣΤ 6)].

«Ίδιον ανθρώπου φιλείν και τους πταίοντας». (είναι πράγμα ιδιάζον εις τον άνθρωπο το ν’ αγαπά τους σφάλλοντας).

Αυτό όμως θα συμβεί εάν, εν προκειμένω, έλθει στον νουν σου η ιδέα ότι αυτοί είναι και συγγενείς σου και έσφαλαν εξ’ αγνοίας ή ακουσίως και ότι μετ’ ολίγον θα έχετε πεθάνει και οι δύο, και προ παντός δε ότι, δεν σ’ έβλαψαν διότι δεν κατέστησαν την ανώτερη ψυχή σου χειρότερη από όσο ήταν πρότερον.

«Αδικεί πολλάκις ο μη ποιών τι, ου μόνον ο ποιών τι» [(συχνά αδικεί εκείνος ο οποίος δεν κάνει κάτι, όχι μόνον εκείνος που κάνει κάτι) (Θ 5)].

Επίσης, «ο αμαρτάνων εαυτώ αμαρτάνει· ο αδικών εαυτόν αδικεί εαυτόν κακόν ποιών»(Θ 4). Αλλού γράφει ότι είναι γελοίο το να μη θέλεις ν’ αποφύγεις την δικιά σου κακία «ο και δυνατόν εστί» και να θέλεις ν’ αποφύγεις την κακία των άλλων «όπερ αδύνατον»(Ζ 71). Και ακόμα, «ουδείς παύει να θέλει το όφελός του, διότι το να οφελείς είναι πράξις κατά φύσιν». «Μη ουν κάμνε ωφελούμενος, εν ω οφελείς», δηλ., μη παύεις να θέλεις το όφελος σου ωφελώντας τους άλλους. Ο άνθρωπος πρέπει να μην ενδίδει σε σωματικά πάθη αλλά κάνοντας χρήση της λογικής δεν πρέπει να νικιέται από ερεθισμούς και ορμές· «μηποτε ηττάσθαι μήτε αισθητικής μήτε ορμητικής κινήσεως· ζωώδεις γαρ εκάτεραι» (Ζ 55).

«Το φως του λύχνου», γράφει, «μέχρι να σβήσει, φαίνει και δεν χάνει τη λάμφη του· η δε εν σοι αλήθεια και δικαιοσύνη και σωφροσύνη είναι δυνατόν να σβήσουν προώρως» (IB 15). «Ο,τι κι αν λένε ή κι αν κάνουν οι άνθρωποι», καταλήγει, «κάπου αλλού, πρέπει, οπωσδήποτε να είμαι, σμαράγδι και να κρατώ το χρώμα μου».

Τον συγγραφέα, το διανοητή μάλλον Μ. Αυρήλιο στενοχωρεί μήπως ενεργεί κάτι το οποίον είναι, σε αντίθεση με τον προορισμό του ανθρώπου· ή το να πράξει κάτι κατά τρόπον που δεν πρέπει (Ζ 20) καθόσον «το τω σμήνει μη συμφέρον, ουδέ τη μελίσση συμφέρει» (ΣΤ 54).

Παραμένει πραγματικό μυστήριον του πώς μια τέτοια ευγενική και λεπταίσθητη ψυχή που αγαπούσε την ελευθερία και, την δικαιοσύνη, έφθασε σε τέτοια ηθικά ύψη και μπορούσε να διατυπώνει τέτοιους στοχασμούς μέσα στη σιγή της νύχτας, ενώ τη μέρα ήταν αναγκασμένος να πολεμά και να φονεύει «βαρβάρους» στο πεδίο της μάχης με αγχέμαχα όπλα.

***

Η εξέταση της συνειδήσεως, η «ενδοσκόπηση» είναι ένα άλλο προσφιλές θέμα που εμφανίζεται συχνά στις σελίδες των εξομολογήσεων του εστεμμένου Ρωμαίου φιλόσοφου. Ήταν ένα θέμα που είχε κληρονομήσει η «σκέψις» από τον πυθαγορισμό και το καλλιέργησε ο στωικισμός. Ο Μάρκος μετά το θάνατο του θείου του Αντωνίνου, περιτειχισμένος από προβλήματα και μη έχοντας κάποιον αντάξιο συνομιλητή ή συζητητή που να εμπιστεύεται τις σκέψεις του, σε μια ηλικία ωριμότητας και περισυλλογής, όχι σπάνια κατέφευγε στο να ερωτά τη συνείδηση του και να διαλέγεται προς εαυτόν. Να μονώνεται και να απομονώνεται εν μέσω των άλλων και να κάνει ισολογισμούς και προσθαφαιρέσεις των πεπραγμένων του.

Έτσι μας άφησε ένα πολύτιμο κεφάλαιο σκέψεων πάνω σε θέματα αυτοεξετάσεως και αυτοσυνειδησίας, αξιώματα στα οποία συμπυκνώνεται η ηθική της στωικής φιλοσοφίας. «Ζητούν» γράφει, «οι άνθρωποι κάποιο μέρος ν’ αποσυρθούν. Εξοχές, παραλίες, όρη». Αλλά, «ουδαμού ούτε ησυχιώτερον ούτε απραγμονέστερον άνθρωπος αναχωρεί, ή εις την εαυτού ψυχήν…» (Δ 3). Γι’ αυτό καταλήγει: «Έσω βλέπε» και «ένδον σκάπτε· ένδον η πηγή του αγαθού και αεί αναβλύζειν δυναμένη εάν αεί σκάπτης».

Αυτός είναι ένας χαρακτηριστικός αφορισμός του διαυλακώνει τις σκέψεις του. Γιατί αναγνωρίζοντας ότι η πηγή του αγαθού βρίσκεται μέσα μας ο Μ. Αυρήλιος προχωρεί στο να διακρίνει μεταξύ πραγμάτων που εξαρτώνται από εμάς και εκείνων που δεν εξαρτώνται. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει, την αιτία των δεινών του, ν’ αποφεύγει αυτά που μπορεί ν’ αποφύγει και να μάθει, να υποτάσσεται, χωρίς γογγυσμό σε πράγματα που δεν μπορεί ν’ αποφύγει, π.χ. τυχαία περιστατικά, ασθένειες κ.λπ. Είναι, σαν να μας λέει, «είναι, μάταιον να παλεύει, κανείς με νύχια και, με δόντια για τα μάταια, ή για πράγματα ανεξέλεγκτα από εμάς τους ίδιους».

Οι σκέψεις του στοχαστή στα Εις εαυτόν διδάσκουν τους αναγνώστες σε μια διαρκή άσκηση, σε μια συνεχή προσπάθεια επί του εαυτού μας και, εναντίον του εαυτού μας. Ο διανοητής αναγνωρίζει, ότι, ο χειρότερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας. Και γι’ αυτό γράφει: «Η τέχνη του ζειν μοιάζει μάλλον με την τέχνη της πάλης παρά με την τέχνη του χορού». «Διαρκής πάλη με τον εαυτό μας και τη ζωή είναι αναγκαία για μια ηθική τελείωση» (Ζ 61). Ή θα είσαι, λοιπόν όρθιος ή κάμε να σταθείς όρθιος! Γιατί «κάθε άνθρωπος αξίζει τόσο, όσο και τα πράγματα με τα οποία ασχολείται» (Ζ 3).

Στο 10ο βιβλίο του υπάρχει μια ωραιότατη εξομολόγηση εν είδει προσευχής που σαγηνεύει:

«Θα είσαι ποτέ ψυχή μου… χορτάτη ώστε ουδεμία να έχεις στέρηση και τίποτα πλέον να επιθυμείς και ποθείς για την ικανοποίηση των ορέξεων σου…

Θα γίνεις ποτέ τέτοια, ώστε να συμπράττεις με θεούς και ανθρώπους, ούτως ώστε «μήτε μεμφεσθαί τι αυτοίς μητε καταγινώσκεσθαι υπ’ αυτών».

Και αλλού γράφει: «Άρχου δε από σαυτού και σαυτόν πρώτον εξέταζε». Υπέροχες πραγματικά σκέψεις που αποκαλύπτουν απλότητα, αγνότητα και αυθορμητισμό.

Ο Μάρκος Αυρήλιος έχει ένα στόχο, ένα ιδανικό, όπως φαίνεται απ’ όλο το έργο του: Το να ζούμε σύμφωνα με την φύση· «κατά φύσιν ζωή». Ο,τι είναι σύμφωνο με την φύση δεν μπορεί να είναι κακό. Και κάθε τι φυσικό είναι ωραίο γι’ αυτόν που το εννοεί.

Σαν το Σωκράτη, υποστηρίζει ότι ουδείς «εκών κακός». Οι κακοί είναι διανοητικά και ηθικά τυφλοί, θύματα των σφαλμάτων τους που πρέπει να βοηθήσουμε. Μέχρι να το επιτύχουμε όμως, πρέπει να έχουμε κατανόηση και οίκτο γι’ αυτούς. «Ει μεν δύνασαι μεταδίδασκε, ει δε μη», γράφει, «θυμήσου ότι γι’ αυτή τη περίπτωση σου έχει δοθεί η καλοσύνη» (Θ 11). Και αλλού: «Οι άνθρωποι γεγόνασιν αλλήλων ένεκεν».  Ή να τους διδάσκεις λοιπόν ή να τους ανέχεσαι! (Η 59). Εάν η ύπαρξη των κακών σε θλίβει, να θυμάσαι, πόσους εκλεκτούς ανθρώπους γνωρίζεις και πόσες αρετές υπάρχουν σε ανθρώπους με ατελείς χαρακτήρες. Αν κάποιος σε έβλαψε, η βλάβη είναι δική του και εσύ οφείλεις να τον συγχωρήσεις.

Με την πάροδο του χρόνου τον φιλόσοφο τον απασχολεί το πρόβλημα του θανάτου, τον οποίον όμως αντιμετωπίζει μ’ έναν πρωτότυπο, στην κυριολεξία μ’ έναν «στωικό» τρόπο. «Είναι ασέβεια να διαμαρτύρεσαι», γράφει, «για κάτι που συμβαίνει σ’ όλα τα ενόργανα και ανόργανα. Όλα αποσυντίθενται στα στοιχεία τους και ανασυντίθενται. Αυτό είναι ένας αιώνιος νόμος. Αντί λοιπόν να γογγύζεις ή να φοβάσαι το θάνατο, αντιμετώπισε τον ως ένα φυσικό συμβάν και προσπάθησε να ζήσεις την κάθε μέρα της ζωής σου σαν να ’ταν η τελευταία». «Και μήτε σφύζειν (παρεκτρέπεσθαι), μήτε ναρκάν μήτε υποκρίνεσθαι (Ζ 69). «Μη ως μύρια μέλλων έτη ζείν… Έως ζεις, έως έξεστιν, αγαθός γενού» (Δ 17 και Θ 3).

Οι μικρότητες και τα μίση και οι διαμάχες μεταξύ των ανθρώπων πρέπει να εκλείψουν γιατί το «αντιπράσσειν αλλήλοις, παρά φύσιν»(Β 1) και αργά, ή γρήγορα, όλοι μια μέρα θα πεθάνουν και ο «εσχατογήρως αποθανών εις ίσον καταστήσεται τω προώρω» (Θ 33). Και όλα τα έργα και τα λόγια των αντιμαχομένων, οι λίθοι της λήθης θα σκεπάσουν. Είναι ωραιότατος, ποιητικότατος θα έλεγα, ο λακωνικός αφορισμός «εγγύς μεν η ση περί πάντων λήθη / εγγύς δε η πάντων περί σου λήθη».

***

Μελετώντας κανείς κατά καιρούς τα Εις εαυτόν του Μ. Αυρηλίου, αποκομίζει ένα αίσθημα γαλήνης ηρεμίας και νηφαλιότητας που σπάνια μπορεί ν’ αποσπάσει από άλλα έργα αρχαίων ή νέων συγγραφέων. Ο άνθρωπος αυτός που σαν αυτοκράτορας δεν έπαψε να διώκει τους χριστιανούς γιατί τους έβλεπε εχθρούς του ρωμαϊκού κράτους φαίνεται ότι σε πολλά σημεία είχε προσεγγίσει την ηθική του χριστιανισμού, ξεκινώντας ωστόσο από διαφορετικές αφετηρίες.

Παραβλέποντας τις όποιες επιστημονικές ανακρίβειες και τις άλλες εσφαλμένες αντιλήψεις του συγγραφέα σε ποικίλα θέματα μπορούμε ίσως να ωφεληθούμε και σήμερα από τις σκέψεις του, αν αναλογισθούμε ότι στο σύνολό τους δεν καλλιεργούν κάποιο «στείρο δογματισμό», ούτε σπέρνουν τον σπόρο της άρνησης και της αμφιβολίας, αλλά τονώνουν, χωρίς να παρηγορούν με υπεκφυγές με τον ρεαλισμό τους,  και οδηγούν σε δόκιμες και εποικοδομητικές σκέψεις. «Η ηθική του Μ. Αυρηλίου», γράφει Ερνέστος Ρενάν, «είναι μια ηθική που δεν ανήκει σε μια φυλή ούτε σε μια χώρα, και η ανάγνωση του βιβλίου του αφήνει μέσα μας ένα κενό, ταυτόχρονα ηδονικό και σκληρό, που δεν μπορεί να το ανταλλάξει κανείς με την πλήρη ικανοποίηση. Απέσπασε υψηλά την ηθική ομορφιά από κάθε οριστική θεολογία». Το βιβλίο του είναι βιβλίο μοναδικό γιατί εξωτερικεύει του ανθρώπου το ενδόμυχο μαρτύριο, και μέσω αυτού εκδηλώνεται, ο άνθρωπος και μόνον ο άνθρωπος με το μεγαλείο και, τη μικρότητά του.

Αξίζει, τον κόπο από καιρού εις καιρόν να διαβάζονται κάποιοι, στοχασμοί του Ρωμαίου αυτοκράτορα που εξομολογούμενος λέγει: «Ως Αυρήλιος έχω την Ρώμη πατρίδα, ως άνθρωπος τον κόσμο». Και συμβουλεύει τον εαυτόν του και τον οιονδήποτε πιθανό μελλοντικό αναγνώστη: «Πέρασε, λοιπόν, δια του μικρού αυτού διαστήματος του χρόνου σύμφωνα με τη φύση, και τελείωσε το ταξίδι σου ευχαριστημένος, ακριβώς όπως μία ελιά πέφτει, όταν ωριμάσει, ευλογώντας τη φύση η οποία την παρήγαγε και ευχαριστώντας το δένδρο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε».