Dawkins vs Ιησούς

Η ακτινοβολούσα εικόνα του Ναζωραίου,
μου έκανε ισχυρή εντύπωση.
Κανείς δεν μπορεί να διαβάσει τα Ευαγγέλια
χωρίς να αποκτήσει το αίσθημα της πραγματικότητας του Ιησού.
A. Einstein
ο μεγαλύτερος φυσικός του 20ού αι.

 

Οι πηγές της ζωής του Ιησού περικλείουν επί πλέον τόσες συγκεκριμένες λεπτομέρειες,
που δίνουν στον απληροφόρητο παρατηρητή την εντύπωση μιας ιστορικής πραγματικότητας,
που καθόλου δεν χρειάζεται να αμφισβητήσει την ιστορικότητά της
και να την περιορίσει στην περιοχή του θρησκευτικού μύθου.
H. Glasenapp
επιφανής σύγχρονος θρησκειολόγος

 

Και τα τέσσερα Ευαγγέλια μας δίνουν σύμφωνη εικόνα
μιας συγκεκριμένης προσωπικότητας.
Υποχρεώνεται κανείς να πει:
Εδώ υπάρχει ένας άνθρωπος
που δεν είναι δυνατό να εφευρέθηκε.
H. G. Wells
γνωστός Βρετανός συγγραφέας και ιστορικός

 

Ύστερα από δύο αιώνες Ανωτέρας Κριτικής,
οι γενικές γραμμές της ζωής, του χαρακτήρος και της διδασκαλίας του Χριστού
παραμένουν λογικώς διαυγείς και αποτελούν το ελκυστικότερο χαρακτηριστικό
της ιστορίας του Δυτικού ανθρώπου.
Will Durant
διακεκριμένος ιστορικός του 20ού αιώνα

 

Η Καινή Διαθήκη αποτελεί στυγνό εξολοθρευτή
των ανθρώπινων ψευδαισθήσεων…
Ο απόλυτος εκφραστής της ανθρώπινης κατάστασης
είναι κάποιος που κήρυξε την αγάπη και τη δικαιοσύνη
και ανταμείφτηκε με θάνατο.
Terry Eagleton
διάσημος σύγχρονος Μαρξιστής συγγραφέας

 

Όλα πηγαίνουν καλά για τους εκλεκτούς,
ακόμα και στα σκοτεινά σημεία της Αγίας Γραφής, εξαιτίας της θείας λάμψης.
Και όλα πηγαίνουν άσχημα για τους άλλους,
ακόμα και στα σκοτεινά σημεία της Γραφής που την βλασφημούν
εξαιτίας των σκοτεινών σημείων που δεν καταλαβαίνουν.
Blaise Pascal
μεγάλος Γάλλος μαθηματικός & φιλόσοφος του 17ου αι.

 

Ο Βρετανός νεο-δαρβινιστής βιολόγος Richard Dawkins, είναι γνωστός παγκοσμίως, μετά την έκδοση κυρίως του πολύκροτου βιβλίου του Η περί Θεού αυταπάτη, που έγινε μπεστ-σέλερ και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Είναι ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του νεο-αθεϊσμού και επικεφαλής των 4 ιπποτών του κινήματος. Σ’ αυτό περιλαμβάνονται οι Daniel Dennet, Sam Harris και Christopher Hitchens. Δίπλα σ’ αυτούς, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και μερικούς άλλους, όπως, τον Γάλλο φιλόσοφο Michel Onfray και τον ροκ-σταρ Σέρβο καθηγητή Slavoj Žižek. Όλοι αυτοί κατά καιρούς με βιβλία τους, άρθρα και συνεντεύξεις, εξαπολύουν μύδρους εναντίον της θρησκείας, και, ιδιαίτερα, εναντίον του Χριστιανισμού και της Βίβλου, με διάφορες αιτιάσεις, κατηγορίες και σχετλιασμούς, συγχέοντας εκούσια ενίοτε τον ιστορικό Χριστιανισμό, με τη Χριστιανοσύνη (=διδασκαλία του Χριστού).

Ωστόσο, ο κύριος εκπρόσωπος του κινήματος (μετά τον θάνατο του Hitchens) παραμένει ο βιολόγος Richard Dawkins, τον οποίο το περιοδικό Time το 2007, τον συμπεριέλαβε στον κατάλογο των 100 ανθρώπων με τη μεγαλύτερη επιρροή στον πλανήτη, ενώ το περιοδικό Prospect τον ανακήρυξε τον μεγαλύτερο δημόσιο διανοούμενο στον κόσμο, ύστερα από ψηφοφορία στην οποία έλαβαν μέρος 10.000 άνθρωποι από 100 χώρες!

Ένας άνθρωπος με μία τέτοια μεγάλη επιρροή, ασφαλώς, θα πρέπει να έχει ορθή και ισχυρή επιχειρηματολογία για τα όσα ισχυρίζεται και προβάλλει, για να πείθει τους ανθρώπους για τις απόψεις και τις θέσεις του. Αυτές τις θέσεις, τις επανέλαβε ο Dawkins κατά την επίσκεψή του στην χώρα μας την 24/4/2015, όπου μίλησε και απάντησε στις απορίες: Αν υπάρχει Θεός, αν είχε δίκιο ο Δαρβίνος, αν υπάρχει σκοπός στη ζωή, αν αποτελεί παραλογισμό η πίστη σε Θεό και άλλα.

Ο Τύπος ανέγραψεi ότι, ο Dawkins εξήγησε μεταξύ άλλων ότι, ο Δαρβινισμός αποτελεί την καλύτερη εξήγηση για την εξέλιξη αλλά, οι κοινωνίες επ’ ουδενί δεν πρέπει να είναι δαρβινικές (!), ότι η πίστη στον Ιησού είναι εξίσου παράλογη με την πίστη στους θεούς του Ολύμπου, ότι ο Ιησούς, αν όντως υπήρξε ιστορικό πρόσωπο, δεν έκανε θαύματα, ούτε αναστήθηκε και πολλά άλλα.

Στο περίφημο βιβλίο του Η περί Θεού αυταπάτη, ο Dawkins λέει και ισχυρίζεται πολλά ασύστατα, υποκειμενικά και ατεκμηρίωτα εναντίον της θρησκείας αδιακρίτως, και, ιδιαίτερα, εναντίον της Βίβλου και του Χριστιανισμού. Δεν μπορούμε ν’ ασχοληθούμε εδώ με όλους τους επί μέρους ισχυρισμούς του, γιατί θα απαιτούνταν πολύς χρόνος και χώρος διπλάσιος απ’ αυτόν του ογκώδους βιβλίου του, για να απαντηθούν και να ανασκευαστούν τα ανίσχυρα επιχειρήματά του. Επειδή όντως είναι ασύστατα και αβάσιμα. Αφήνοντας κατά μέρος τις λοιδορίες και τις ύβρεις του, όπως ότι, ο Θεός της Βίβλου είναι ένα ‘απάνθρωπο τέρας, ψυχωτικό αντικοινωνικό ον, ρατσιστής και αιμοσταγής’, που ασφαλώς δεν περιποιούν τιμή σ’ έναν επιστήμονα της ολκής του, αλλά αποκαλύπτουν εμπάθεια, εδώ θα αρκεστώ σε ορισμένες βασικές θέσεις του, που επαναλαμβάνονται και αφορούν το πρόσωπο του Ιησού και του απ. Παύλου. Ότι δηλ., Ιησούς δεν υπήρξε, και αν υπήρξε δεν έκανε θαύματα, ο Παύλος δεν έγραψε τίποτα για τον ιστορικό Ιησού, ο Ιησούς (εάν υπήρξε), ναι μεν, υπήρξε δάσκαλος αγάπης, αλλά σε εσω-ομάδα, δηλαδή, μόνο μεταξύ των Ιουδαίων οπαδών του (όπως και ο Ιουδαϊσμός διδάσκει κάτι παρόμοιο, και μίσος στους εχθρούς), και ότι, ο απ. Παύλος είναι αληθινός ιδρυτής του Χριστιανισμού και μάλιστα, του κυρίου δόγματος της απολυτρωτικής θυσίας του Χριστού, ότι τα Ευαγγέλια αποτελούν μυθοπλασία και αντιφάσκουν…, α, ναι, και … το Ευαγγέλιο του Ιούδα και του Θωμά και άλλα απόκρυφα, είναι σπουδαία και προσφέρουν κι αυτά μια άλλη εικόνα περί Χριστού και Χριστιανισμού. Όλα αυτά τα γράφει στις σελ. 59, 116-121 και 277 επ. του παραπάνω βιβλίου του.ii

Επιλέγω ν’ ασχοληθώ μ’ αυτά τα θέματα, γιατί αποτελούν την σπονδυλική στήλη τόσο του Χριστιανισμού, όσο και της αντίθετης διαστρεβλωμένης επιχειρηματολογίας του Dawkins. Αν ο Dawkins αποδειχθεί ελλειπής σ’ αυτά τα θέματα, ανακύπτει εύλογο το ερώτημα, πόσο επαρκής και ικανοποιητικός μπορεί να θεωρηθεί και σε άλλα θέματα που υποστηρίζει και αναπτύσσει στο εν λόγω βιβλίο του, αλλά και αλλού.

Υπήρξε πραγματικά ο Ιησούς της Ναζαρέτ;

Για το πρόσωπο του Ιησού, ο Dawkins ξεκινάει με μια μεγαλειώδη παραδοχή-ομολογία. «Ο Ιησούς, αν υπήρξε, (ή όποιος έγραψε την ιστορία του, αν δεν υπήρξε), ήταν πράγματι ένας από τους μεγαλύτερους ηθικούς καινοτόμους της ιστορίας. Η επί του Όρους Ομιλία του προπορεύεται πολύ της εποχής της…»iii

Τα παραπάνω ισχύουν, βεβαίως, αν ο Ιησούς υπήρξε… Αλλά, εάν αποδειχτεί ότι υπήρξε, τότε ισχύει η δεύτερη πρόταση: Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ηθικούς καινοτόμους της ιστορίας!

Υπήρξε αληθινά ο Ιησούς της Γαλιλαίας και τί εδίδαξε; Μπορούμε να ξέρουμε;

Η απάντηση της ιστορικής έρευνας είναι ότι, όχι μόνο υπήρξε ο Ιησούς ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά, υπήρξε η μεγαλύτερη προσωπικότητα που έζησε ποτέ, αφού δίχασε το χρόνο, σε π.Χ. και μ.Χ., και τους ανθρώπους σε υπέρ (του) Χριστού και κατά Χριστόν. Τούτο το αναγνωρίζουν όλοι οι σοβαροί ιστορικοί του 20ου αι., όπως G. H. Wells, Will Durant, A. Toynbee, Paul Johnson κ.α. Το περιοδικό Time, τον χαρακτήρισε ως την «μεγαλύτερη προσωπικότητα σε όλη την ανθρώπινη ιστορία» και στο δοκίμιό μου με τίτλο Το πρόσωπο της Χιλιετίας που εμπεριέχεται στο βιβλίο μου Το Στοίχημα του Pascal, εξηγώ, γιατί ο Ιησούς επηρέασε την ανθρωπότητα, όσο ουδείς άλλος μεγάλος σοφός ή επιστήμων.

Οι ιστορικές μαρτυρίες για την ύπαρξη του Ιησού ξεκινούν 20 περίπου χρόνια μετά το σταυρικό του θάνατο,iv και ανάγονται σε 30 περίπου! Προέρχονται από 4 ανεξάρτητες μεταξύ τους πηγές. Εκτός από τις 9 μαρτυρίες που προέρχονται από τα 4 Ευαγγέλια και τα κείμενα της Καινής Διαθήκης (50-90 μ.Χ.), έχουμε:

α) Ιουδαϊκές πηγές, ουδέτερες ή εχθρικές: Φλάβιος Ιώσηπος στις Αρχαιότητες (93-94 μ.Χ.),v όπου γίνεται λόγος για τον Ιησού και τον αδελφό του Ιάκωβο και για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, και το Ταλμούδ γύρω στο 90-100 μ.Χ., όπου αναφέρεται ως Γέσου μπεν Πανδέραvi και ότι είχε μαθητές, έκανε μαγεία (δηλ. θαύματα) και παραμονή του Πάσχα κρεμάστηκε (δηλ. σταυρώθηκε).vii Ο μη χριστιανός Ιουδαίος λόγιος J. Klausner συμπεραίνει: «Οι μαρτυρίες του Ταλμούδ είναι σαφείς: Ο Ιησούς ήταν ιστορικό πρόσωπο και εν μέρει επιβεβαιώνουν κάποια σημεία των Ευαγγελίων».

β) Χριστιανικές φιλικές: 16 μαρτυρίες μεταξύ του 110-200 μ.Χ. ήτοι, οι λεγόμενοι Αποστολικοί Πατέρες, όπως Πολύκαρπος, Ιγνάτιος Αντιοχείας, Κλήμης Ρώμης, επιστολή Βαρνάβα και Απολογητές, Κοδράτος, Αριστείδης, Ιουστίνος, Ηγήσιππος, Θεόφιλος, Τατιανός, Μιλτιάδης, Μελίτων Σάρδεων, Τερτυλλιανός, Κλήμης, Ωριγένης, Ειρηναίος. Η μαρτυρία τους είναι βαρύνουσα, γιατί πριν γίνουν Χριστιανοί, οι περισσότεροι ήταν Εθνικοί. Πώς έφτασαν να πιστέψουν αν δεν είχαν αξιόπιστες πηγές και μαρτυρίες;

γ) Εθνικές: Μάρα Βαρ Σεραπίων (Σύρος φιλόσοφος, 73 μ.Χ.)viii, Θαλλός (γύρω στο 52 μ.Χ.), Φλέγων Τραλλιανός, Τάκιτος, Σουετώνιος, Πλίνιος ο πρεσβύτερος, Πλίνιος ο νεότερος, Νουμήνιος, Λουκιανός, Κέλσος κ.α. (1ος-2ος μ.Χ. αι.). Οι τελευταίοι τρεις ήταν εχθροί του Χριστιανισμού. Ποτέ, όμως, δεν αρνήθηκαν την ύπαρξη του Χριστού (Will Durant).

δ) Αιρετικές: Βασιλείδης, Βαλεντίνος, Μαρκίων, απόκρυφα γνωστικά Ευαγγέλια του 2ου αι. μ.Χ. κ.α.ix Οι αιρετικοί δεν αμφέβαλλαν ποτέ για την ύπαρξη του Ιησού. Απλά, έδιναν τις δικές τους ερμηνείες για το πρόσωπό του και τη διδαχή του.

Από αυτές τις 4 ανεξάρτητες πηγές προκύπτει ότι «στα αρχαία χρόνια, ακόμα και οι αντίπαλοι του Χριστιανισμού δεν αμφέβαλαν ποτέ για την ιστορικότητα του Ιησού, η οποία αμφισβητήθηκε, για πρώτη φορά, και μάλιστα με βάση ανεπαρκή στοιχεία, στα τέλη του 18ου, καθ’ όλον τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα».x

***

Απ’ όλα αυτά, εξάγεται σαφέστατα ότι, ο Ιησούς της Ναζαρέτ ή της Γαλιλαίας, υπήρξε πραγματικά, και δεν επινοήθηκε όπως θέλει να παρουσιάζει το θέμα ο Dawkins. Σε μια τέτοια περίπτωση, κατά την επιτυχή ρήση του φιλοσόφου Theodore Parker (Θ. Πάρκερ, 1810-1860), ο επινοητής θα ήταν μεγαλύτερος του επινοηθέντος—όπως για να επινοήσει κανείς ένα Νεύτωνα, θα πρέπει να είναι ανώτερος του Νεύτωνα, ή ο ίδιος ο Νεύτων! Οι απλοί μαθητές του Ιησού, οι ψαράδες και τελώνες θα ήταν αδύνατον να επινοήσουν μια τέτοια υψηλή προσωπικότητα (Will Durant). Έτσι, ο Γάλλος διαφωτιστής Jean-Jacques Rousseau (1712–1778), με τη βαθύτητα της σκέψης που τον διακρίνει, παρατήρησε:

«Μήπως θα έπρεπε να θεωρήσουμε ότι η ιστορία του Ευαγγελίου έχει απλώς επινοηθεί; Φίλε μου, δεν επινοεί κανείς κάτι τέτοιο… Οι Εβραίοι συγγραφείς δεν θα έβρισκαν ποτέ τον συγκεκριμένο τόνο και τη συγκεκριμένη ηθική. Το Ευαγγέλιο διαθέτει τόσο μεγάλα, τρανταχτά, τόσο αμίμητα στοιχεία αλήθειας, ώστε αν κάποιος το επινοούσε θα προκαλούσε πολύ μεγαλύτερη κατάπληξη απ’ ότι ο ίδιος ο ήρωάς του».xi

Ο Dawkins, ενόσω εξακολουθεί αμετανόητα να ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε Ιησούς, οφείλει να μας υποδείξει ποιοι, πού, πώς, πότε και γιατί, επινόησαν τον Ιησού τον 1o αι. μ.Χ., και τον έστησαv ανάμεσα σε αδιαμφισβήτητα ιστορικά πρόσωπα: Ηρώδη τον Μέγα, Ηρώδη Αντύπα, Πιλάτο, Καϊάφα κ.ά., τον 1ο αι. μ.Χ., και πώς, η διδασκαλία του διαδόθηκε από τους οπαδούς του αστραπιαία, τον 1ο και 2ο αι., σ’ όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, λαμβανομένου υπόψη ότι, όταν ο απόστολος Παύλος έφτασε στη Ρώμη γύρω στο 60 μ.Χ. για να δικαστεί, ήδη υπήρχε κοινότητα αδελφών για να τον υποδεχτεί και να τον χαιρετίσει (Πρξ. 28:15). Αλλά, όπως καταδείχτηκε, τα ιστορικά στοιχεία είναι συντριπτικά, και δεν αφήνουν περιθώρια για τέτοιου είδους φληναφήματα και φαντασιοκοπίες! Εκτός, κι εάν κάποιος ισχυριστεί ότι, οι Ευαγγελιστές έγραψαν ένα ιστορικό μυθιστόρημα για ένα φανταστικό πρόσωπο που έδρασε ανάμεσα σε γνωστά μέρη και πρόσωπα, δηλαδή έγραψαν μια μυθοπλασία, με την μεταγενέστερη και σύγχρονη έννοια του όρου. Αλλά, σε αυτή την περίπτωση τους προλαβαίνει ο καθηγητής μεσαιωνικής και αναγεννησιακής φιλολογίας του πανεπιστημίου του Cambridge, C. S. Lewis, ο οποίος μας λέγει:

«Σ’ όλη μου τη ζωή διαβάζω ποιήματα, ρομάντζα, φαντασιακή λογοτεχνία, θρύλους και μύθους. Ξέρω πώς είναι. Και ως ιστορικός της λογοτεχνίας είμαι πεπεισμένος ότι τα Ευαγγέλια δεν είναι λεζάντες και δεν μπορούν να ανήκουν σε αυτό το είδος. Σε αυτά γίνεται χρήση ονομασιών και χρονολογιών με τις οποίες η εξιστόρηση καθηλώνεται μέσα στον ιστορικό χώρο. Οι μύθοι—και οι καλύτεροι απ’ αυτούς—είναι ακαθόριστοι. Όποιος αναγνώστης δεν το βλέπει, απλούστατα δεν έχει μάθει να διαβάζει».

Επί πλέον, εάν ο Ιησούς ήταν προϊόν μυθοπλασίας των Ευαγγελιστών, ένας λογοτεχνικός ήρωας, παραμένει ανεξήγητο το γεγονός της εμφάνισης του Χριστιανισμού και της μέχρι θανάτου αυτοθυσίας των πιστών. Κανείς δεν πεθαίνει για μυθιστορηματικά πρόσωπα!

Όλα τα παραπάνω οδήγησαν τον μαρξιστή ιστορικό Γιάννη Κορδάτο να αναγνωρίσει ότι:

«Η κριτική λοιπόν, των αρνητών της ιστορικής ύπαρξης του Ιησού στα βασικά της σημεία είναι άγονη και αντιιστορική… Είναι λοιπόν, φανερό πώς υπάρχουν γραπτές πηγές που μιλούσαν για τον Ιησού και τη δράση του».xii

Εδώ, οφείλω να επισημάνω και μια αντίφαση και ανακολουθία στην τακτική του Dawkins. Ισχυρίζεται ότι Ιησούς δεν υπήρξε, και προς επίρρωση των ισχυρισμών του σε λεπτομέρειες, παραπέμπει στον άθεο ιστορικό Robin Lane Fox στο βιβλίο του Unauthorized Bible, και στον ερευνητή Ian Wilson, που έγραψε το βιβλίο Ιησούς οι μαρτυρίες, αλλά για κακή του τύχη, ή επιλογή, και οι δυο αποδέχονται την ύπαρξη του Ιησού και τα ουσιώδη γεγονότα της ζωής του, όπως τα αναφέρουν τα Ευαγγέλια! O Wilson μάλιστα, καταλήγει: «Επομένως με τα πιο ορθολογικά κριτήρια, μπορούμε να έχουμε τη βεβαιότητα ότι ο καθηγητής Γουέλς (στον οποίον παραπέμπει ο Dawkins) έχει άδικο και ότι ο Ιησούς υπήρξε πραγματικά».xiii Έτσι φαίνεται καθαρά ότι, η αθεϊστική ιδεολογία του Dawkins συσκοτίζει τη διάνοιά του και διαστρέφει τα γεγονότα…

Η ιστορική αξιοπιστία των θαυμάτων του Ιησού

Για κάποιον που δεν αποδέχεται την ιστορική ύπαρξη του Ιησού, ή έστω την αποδέχεται, αλλά υποστηρίζει ότι ήταν απλά ένας μεγάλος ηθικοδιδάσκαλος, και αρνείται τον κόσμο του υπερφυσικού, φυσικό είναι να αρνείται ότι διενήργησε και θαύματα. Γιατί, αν δεχτεί ότι ο Ιησούς διενεργούσε θαύματα, γεγονότα που δεν επιδέχονται απλή φυσική ερμηνεία, αλλά θεία ύπαρξη και θεϊκή παρέμβαση τον κόσμο, αμέσως καταρρέει ολόκληρη η κοσμοθεωρία του.

Είναι φυσικό, λοιπόν, να αναμέναμε από τον Dawkins να μην δέχεται την ιστορική αξιοπιστία των θαυμάτων του Ιησού. Να τα θεωρεί μύθους. Το πρόβλημα εδώ, όμως, είναι ότι, υπάρχει πληθώρα μαρτυριών, πάλι από ανεξάρτητες πηγές, που μαρτυρούν ότι ο Ιησούς της Ναζαρέτ έκανε πραγματικά θαύματα—και όπου υπάρχουν αξιόπιστες πηγές και μαρτυρίες για ένα θαύμα, είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε την αλήθεια περί αυτού. Όπως παρατήρησε ο μαθηματικός και φιλόσοφος G. W. Leibniz: «Εάν τα θαύματα που συντελέστηκαν σε προγενέστερες εποχές αναφέρονται με όλες τις αποδείξεις που μας χρησιμεύουν συνήθως για να στηρίξουμε την αλήθεια προγενέστερων γεγονότων, οφείλουμε να πιστεύουμε σ’ αυτά σα να είχαν πραγματοποιηθεί στις ημέρες μας».xiv

Η ιστορική αξιοπιστία των θαυμάτων του Ιησού προκύπτει, τόσο από τις εσωτερικές μαρτυρίες των γραπτών της Κ.Δ., όσο και από εξωτερικές, εξωβιβλικές μαρτυρίες, φίλων και εχθρών του Χριστιανισμού.

***

Κατ’ αρχάς παρατηρούμε ότι, οι Ευαγγελιστές περιγράφοντας τα θαύματα του Ιησού, αναφέρουν τα ονόματα των τόπων και προσώπων μπροστά στα οποία έλαβαν χώρα. Ε­φόσον δε, είναι βέβαιο, ότι τα Ευαγγέλια γρά­φτηκαν και κυκλοφόρησαν στον 1ο μ.Χ. αιώνα, δύσκολα θα μπορούσαν ιστορίες για θαύματα να γίνουν πιστευτές, αν δεν ήταν αληθινές, γιατί ζούσαν ακόμη εκείνοι που είδαν τον Ιη­σού και γνώριζαν τα έργα Του.

Πραγματικά, οι αφηγήσεις για τα θαύματα του Ιησού μπορεί να λεχθεί ότι φέρουν όλα τα εχέγγυα της γνήσιας ιστορικής μαρτυρίας. Διότι, όταν οι Ευαγγελιστές αναφέρουν κάποιο θαύμα του Ιησού, το περιγράφουν με λίγα λόγια, σύντομα, με απλότητα, χωρίς κάποια επι­τήδευση, και προ πάντων, χωρίς την αγωνία να πείσουν ότι αυτό συνέβη πραγματικά. Είναι απόλυτα ειλικρινείς, διότι αναφέρουν ότι ο Ιωάννης ο βαπτιστής, δεν έκανε κανένα θαύμα (Ιωαν. 10:41), οι μαθητές, παρά την εντολή και τις υποδείξεις του Ιησού, μερικές φορές αποτύγχαναν να κάνουν θαύματα (Μρκ. 9:19), αλλά και ο Ιησούς ο ίδιος, στη Ναζαρέτ, εξαιτίας της απιστίας των κατοίκων, «οὐκ ἐδύνατο ἐκεῖ ποιῆσαι οὐδεμίαν δύναμιν» (Μρκ 6:1-6).

Αναφερόμενος ο ιστορικός και ανατολιολόγος A. T. Olmstead στη γνωστή εξιστόρηση της ανάστασης του Λαζάρου (Ιωαν. κεφ. 11) παρατηρεί ότι πρόκειται για διήγηση ενός αυτόπτη μάρτυρα.xv

Επίσης το ότι τα θαύματα του Ιησού γί­νονται σε δημόσιους χώρους, σε δρόμους, σε πόλεις, στο ναό κ.λπ., μπροστά στα μάτια ε­χθρών και φίλων Του και σε πλήθος λαού, είναι μια σημαντική μαρτυρία αξιοπιστίας τους. Διότι, αν τα θαύματα δεν ήταν αληθινά, αλλά α­πλά εντυπωσιακά τεχνάσματα και οφθαλμα­πάτες, σαν κι αυτά που κάνουν κατά καιρούς οι διάφοροι φακίρηδες, οι μυστικιστές και οι α­γύρτες, ο Ιησούς θα απέφευγε τη δημόσια τέ­λεσή τους. Γιατί, όπως σωστά παρατηρήθηκε, «κάθε επανάληψη, στην περίπτωση της απά­της πολλαπλασιάζει τους κινδύνους της εξα­κρίβωσης».

Η δημόσια επίκληση των θαυμάτων, εκ μέρους του Ιησού και των μαθητών Του, ως α­ποδεικτικό στοιχείο της θείας προέλευσης του Ναζωραίου (Ιωάν. 10:38· Πρξ. 2:22· 10:38), είναι ένα ακόμη τεκμήριο αξιοπιστίας που προέρχεται από τις βιβλικές πηγές. Αν τα θαύ­ματά δεν ήταν αληθινά, θα τολμούσε ποτέ ο Ιησούς και αργότερα οι μαθητές Του και, ιδίως, ο απόστολος Πέτρος, να δώσουν τόση έμφαση στα θαύματά Του, ως αποδεικτικό σημείο της μεσσιανικής Του ιδιότητας, διακηρύττοντας στους Ιουδαίους ότι αυτά ήταν πραγματικά γε­γονότα («καθώς και υμείς αυτοί οίδατε»);

Ο τρόπος τελέσεως των θαυμάτων από μέρους του Ιησού, καθώς και το πλήθος και η ποικιλία των θαυμαστών Του έργων, όπως θαύματα θεραπείας, εξορκισμοί, κυριαρχία επί της φύσεως (κατάπαυση τρικυμίας, βάδισμα πάνω στα νερά, διατροφή 5000 ατόμων), αναστάσεις νεκρών), είναι ένα ακόμη σοβαρό τεκμήριο της αλήθειας των έργων, «δυνάμεων, τεράτων και σημείων» που έκανε. Οι Ευαγγελιστές αναφέρουν 35 τουλάχιστον θαύματα, αλλά είναι βέβαιο ότι έκανε πολύ περισσότερα, όπως φαίνεται από ορισμένες δηλώσεις (Μτθ. 4:23, 24· 8:16).

Ο Ιησούς, σ’ αντίθεση με τους φημολογούμενους και αυτοπροβαλλόμενους εξορκιστές και θαυματο­ποιούς των διαφόρων εποχών, και ιδιαίτερα της εποχής του (π.χ. Άννινος γιος του Ντυζά, Ελεάζαρ που μνημονεύει ο Ιώσηπος [Αρχ. VIII, 46-49]), χωρίς να χρειά­ζεται να προφέρει ασυνάρτητα λόγια ή ξόρκια, χωρίς κάποια τελετουργία, ή τη χρήση κάποιου εξωτερικού αντικειμένου, αλλά μ’ ένα νεύμα, με μια απλή χειρονομία, με την επίθεση των χεριών Του, μ’ ένα λόγο ή μια προσταγή, και με­ρικές φορές και από μακρινή απόσταση, θαυ­ματουργούσε ή θεράπευε (Λουκ. 8:26-28· 15:14, Ιωάν. 4:46-52), εντελώς δωρεάν και με κίνητρο την αγάπη και την ευσπλαχνία—όχι την αυτοπροβολή. Αλλά και με παιδαγωγικό σκοπό—την αναγγελία της ελεύσεως της βασιλείας του Θεού στο πρόσωπό Του και την ενδόξαση του ουράνιου Πατέρα Του (Λουκ. 7:6· 11:20).

***

Η αλήθεια των θαυμάτων του Ιησού, ό­πως περιγράφονται στα Ευαγγέλια, ενισχύεται ακόμη και από μια απλή αντιπαραβολή τους μ’ αυτά που αποδίδουν στον Ιησού τα απόκρυφα Ευαγγέλια του 2ου και 3ου μ.Χ. αιώνα. Αυτάxvi πα­ρουσιάζουν τον Ιησού σε νηπιακή ή παιδική η­λικία να κάνει άσκοπα, απίθανα ή ανόητα θαύ­ματα· π.χ. να προκαλεί το θάνατο σε δάσκαλο που αποπειράθηκε να τον χτυπήσει, ή πήλινα πουλιά να πετούν… Σ’ αντίθε­ση μ’ αυτά τα φανταστικά και απίστευτα πράγ­ματα, τα Ευαγγέλια περιγράφουν, αληθινά θαύματα του Ιησού με αυθεντικό τρόπο, που προκαλεί την πίστη στο πρόσωπό Του, ως «Υιόν Θεού εν δυνάμει» (Ρωμ. 1:4). Όπως παρατήρησε κάποιος λόγιος: «Τα θαύματα του Ιησού των Ευαγγελίων, δεν υπερβάλλουν το θαύμα, ούτε προσθέτουν συγκλονιστικές λεπτομέρειες, όπως οι συγγραφείς της αρχαίας χριστιανικής αγιογραφίας… Μπορούμε να πούμε, για να χρησιμοποιήσουμε μια μοντέρνα φράση, λένε την ιστορία στα «ίσια»» (Canon Anthony Harvey).

***

Από εξωβιβλικές πηγές, μαρτυρίες για τα θαύματα του Ιησού έχουμε από τον Ιώσηπο και το Ταλμούδ. Ο Ιώσηπος αναφερόμενος στον Ιησού τον χαρακτηρίζει «ποιητή παράδοξων έργων» και με την έκφραση του αυτή, αναφέρεται σαφώς στα θαύματά του. Στο Ταλμούδ βρίσκουμε από πολύ νωρίς, γύρω στο 95-110 μ.Χ. αναφορές για τις «μαγικές τέχνες» του Ιησού, δηλαδή, για τα θαύματά του (Ραββί Ελιέζερ, Sabbath 104b, Σάνχεδριν 43α). Γύρω στο 110 μ.Χ. υπήρχαν διαμάχες μεταξύ των παλαιστίνιων Ιουδαίων περί του αν μπορούσε κάποιος να θεραπεύει στο όνομα του Ιησού, πράγμα που σημαίνει ότι, και ο ίδιος ο Ιησούς έκανε θαύματα (Aboda Zara 27b). Επίσης, ο Ρωμαίος φυσιοδίφης Πλίνιος ο πρεσβύτερος (23-79 μ.Χ.) μνημονεύοντας τον Ιωάννη το βαπτιστή, τον Ιησού και το Μωυσή, τους αναφέρει ως ασχολούμενους με μαγεία, δηλαδή, με θαύματα.xvii

Μαρτυρίες για τα θαύματα του Ιησού έχουμε επίσης, από τους πρώτους α­πολογητές του Χριστιανισμού του 2ου μ.Χ. αιώ­να. Ο ιστορικός Ευσέβιος ο Παμφίλου, του 4ου μ.Χ. αιώνα, μας πληροφορεί ότι ο Χριστιανός α­πολογητής Κοδράτος στην απολογία του προς το Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό (117-138 μ.Χ.), έγραψε για τα θαύματα του Ιησού, ότι «επρόκειτο για αληθινά θαύματα· εκείνοι που θε­ραπεύτηκαν και εκείνοι που αναστήθηκαν από τους νεκρούς (...) παρέμειναν ζωντανοί για πολύ χρόνο (..) μερικοί απ’ αυτούς έζησαν μέχρι τις μέρες μας».xviii

Σχολιάζοντας τη δήλωση αυτή του Κοδράτου, ο λόγιος William Barclay παρατηρεί: «Ο Κοδράτος λέει ότι μέχρι τις ημέρες του μπορούσε κάποιος να βρει ανθρώπους στους οποίους είχαν γίνει θαύματα. Αν αυτό ήταν αναληθές, το πιο εύκολο πράγμα θα ’ταν να το στιγματίσει η ρωμαϊκή κυβέρνηση ως ψέμα».

Στα θαύματα του Ιησού αναφέρεται και ο Ιουστίνος ο μάρτυς στο Διάλογό του με τον Ιουδαίο Τρύφωνα (69, 7) και δείχνει ότι τότε οι Ιουδαίοι δεν τον πίστευαν γιατί τον θεωρούσαν μάγο και λαοπλάνο (Ethelbert Stauffer). Αυτό εμμέσως επαληθεύει τα Ευαγγέλια γιατί και οι Φαρισαίοι στις ημέρες του Ιησού τον θεωρούσαν λαοπλάνο και ότι έκανε θαύματα δια του Βεελζεβούλ (Μτθ. 12:24-37· Λουκ. 11:15-23). Πάντως, ουδέποτε τον κατηγόρησαν επισήμως ότι ασκούσε μαγεία, ενώ τον κατηγόρησαν για βλασφημία, ως παραβάτη του μωσαϊκού νόμου κ.α., και γι’ αυτές τις «παραβάσεις» τον καταδίκασαν. Αξιοσημείωτα είναι όσα παρατηρεί ο ορθολογιστής Ρενάν σχετικά με τον ισχυρισμό ότι ο Ιησούς ήταν ένας μάγος: «Ένας απλός μάγος δεν θα είχε επιφέρει μια ηθική επανάσταση σαν αυτή που έκανε ο Ιησούς».xix

Είναι αξιοσημείωτο επίσης, ότι κανείς από τους αρχαίους εχθρούς του Χριστιανισμού, (Κέλσος, Πορφύριος, Ιεροκλής, Ιουλιανός) που τον πολέμησαν με ασίγαστο πάθος, δεν αμφισβή­τησαν το ότι ο Ιησούς έκανε θαύματα. Έτσι, ο περίφημος χριστιανομάχος Κέλσος (2ος αι. μ.Χ.), του οποίου τα συγγράμματα δεν σώζονται, αλλά τα επιχειρήματά του δια­φύλαξε ο χαλκέντερος Ωριγένης, αναφέρεται στα θαύματα του Ιησού, αναγνωρίζει ότι έ­λαβαν χώρα, αλλά ισχυρίζεται ότι ήταν έργα μαγείας (γοητείας), και ότι τη μαγική ικανότη­τα την απέκτησε στην Αίγυπτο.xx Και ο αυτοκράτορας Ιουλιανός, γνωστός στην ιστορία σαν παρα­βάτης, που υπήρξε σφοδρός πολέμιος των Χρι­στιανών, στο έργο του Κατά Γαλιλαίων, α­σκώντας δριμεία κριτική κατά της χριστιανικής πίστης, υποστηρίζει ότι «ο Ιησούς δεν έκα­νε τίποτε άξιο φήμης, έκτος αν μπορεί να υπο­θέσει κανείς, ότι η θεραπεία των χωλών και τυ­φλών και η εκβολή δαιμονίων στα χωριά της Βηθσαϊδά και Βηθανίας είναι μερικά από τα μεγαλύτερα έργα του».xxi Αργότερα, και το Κοράνιοxxii αναφέρεται στη διενέργεια θαυμάτων του Ιησού, ενώ για τον Μωάμεθ δεν αναφέρει κανένα θαύμα. Ο Ιησούς στο Κοράνιο χαρακτηρίζεται ως «ο μεγαλύτερος σ’ αυτόν τον κόσμο και στον μελλούμενο».

Έτσι, το γεγονός ότι, οι πρώτοι φλογεροί πολέμιοι του Χριστιανισμού δεν αμφισβήτησαν τα θαύματα του Ιησού, είναι μια σημαντική μαρτυρία της αξιοπιστίας τους, διότι, αυτοί πρώτοι θα τα διέψευδαν ή θα τα αρνούνταν αν δεν ήταν αληθινά. Ο αγνωστικιστής Ian Wilson, στον οποίο αρέσκεται να καταφεύγει ο Dawkins, αναγνωρίζει ότι, ο Ιησούς διενεργούσε θαύματα, δεν τα έκανε προς ίδιον όφελος (για προσωπικό κέρδος), ότι αυτά δεν μπορούν να ερμηνευτούν επιτυχώς με τον υπνωτισμό, ότι οι ιστορίες που αναφέρονται σε θαύματα στα Ευαγγέλια είναι μοναδικές στην αρχαία βιβλιογραφία, και ότι τα «θαύματα» του Ιησού είναι μια από τις πιο επιβεβαιωμένες πληροφορίες για το άτομό του.xxiii Ο αγνωστικιστής θρησκειολόγος Reza Aslan, δέχεται ότι, στο 2ο και 3ο αιώνα πλέον, οι Εβραίοι διανοούμενοι και οι παγανιστές φιλόσοφοι που έγραφαν πραγματείες ενάντια στον Χριστιανισμό θεωρούσαν δεδομένη την ιδιότητα του Ιησού ως εξορκιστή και θαυματοποιού.xxiv

Τα θαύματα, λοιπόν, του Ιησού, ήταν αληθινά. Ήταν σύμφωνα με το χαρακτήρα και την άγια προσωπικότητά του, την αγάπη του και την ευσπλαχνία του. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν ετέλεσε κανένα θαύμα για τον εαυτό του, ούτε κατά εισήγηση του Σατανά! Τα θαύματά του ήταν παραβολές, «σημεία» που πιστοποιούσαν την ταυτότητά του (Μτθ. 11:1-6· Λουκ. 7:18-23· πρβλ. Ησ. 35:5, 6· 26:19) και πιστοποιούσαν την έλευση της βασιλείας του Θεού επί της γης (Μτθ. 12:28· Λουκ. 11:20) και ότι ήταν σε απόλυτη ενότητα με τον Πατέρα (Ιωάν. 10:38). Ο ίδιος ήταν το μεγαλύτερο θαύμα επί γης—ο «Λόγος» που «έγινε σάρκα». Από το Χριστό πηγαίνουμε στο θαύμα παρά από το θαύμα στο Χριστό. Όπως ορθά παρατήρησε ο λόγιος F. F. Bruce: «Όταν μάθουμε να τα κατανοούμε [τα θαύματα του Ιησού] θα δούμε πως από μόνα τους υπερασπίζονται τον εαυτό τους… Πρέπει να δούμε τα θαύματα κάτω από το φως της δικής του προσωπικότητας».xxv

Ποιος υπήρξε ο πραγματικός ιδρυτής του Χριστιανισμού;

Πώς προήλθε ο Χριστιανισμός; Πώς ξεκίνησε, αν δεν υπήρχε ο Ιησούς, όπως διατείνεται ο Βρετανός εξελικτικός βιολόγος, ή έστω, αν υπήρξε, ήταν ένας απλός ηθικοδιδάσκαλος της αρχαιότητας σαν τους άλλους;

Ο Dawkins δεν έχει προφανώς καμία απάντηση, αλλά έχει μια καθ’ υποκατάσταση του προσώπου του Ιησού. Ο Παύλος υπήρξε ο πραγματικός ιδρυτής του Χριστιανισμού! Η θεωρία είναι παλιά, την είπαν άλλοι πιο μπροστά, αλλά ξαναφουρνισμένη, φαίνεται πιο φρέσκια! Όμως, αλήθεια, από πού και πώς γνωρίζει ο Dawkins ότι υπήρξε πραγματικά ο απ. Παύλος; Από πού αρύεται τις πληροφορίες του; Γιατί δεν αμφιβάλλει και για την ιστορική ύπαρξη του Παύλου, αφού δεν έχουμε εξωτερικές πληροφορίες γι’ αυτόν, τον 1ο αι. μ.Χ., εκτός από τις επιστολές του; Ένας άλλος αθεϊστής, συνεπής προς εαυτόν, ο Kenneth Humphreys, προχωράει στο να αρνηθεί και την ύπαρξη του απ. Παύλου. Τι τον εμποδίζει;

Ωστόσο, για τον Ιουδαίο Σαούλ ή Παύλο, βέβαια, ξέρουμε από τις Πράξεις των Αποστόλων και τις Επιστολές του. Ήταν πρώην διώκτης του Χριστιανισμού (Πρξ. 8:1, 3, 26:9-11). Ε, λοιπόν, αν έκανε τον κόπο ο Dawkins να διαβάσει προσεχτικά τις επιστολές του, θα διαπίστωνε ότι, όχι μόνο ο απ. Παύλος δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι ήταν ιδρυτής του Χριστιανισμού, όχι μόνο δεν κήρυξε άλλον Χριστόν και άλλα δόγματα, όχι μόνο δεν είναι αυτός ο ιδρυτής του δόγματος της απολυτρωτικής θυσίας του Ιησού, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται, αλλά στα κύρια σημεία του, ο απ. Παύλος επικυρώνει την ύπαρξη και τη διδασκαλία του Ιησού και τα Ευαγγέλια, διαψεύδοντας παταγωδώς τον ισχυρισμό του Dawkins ότι οι επιστολές δεν αναφέρουν σχεδόν κανένα από τα δήθεν γεγονότα της ζωής του Ιησού!xxvi

Για του λόγου το αληθές, όπως συνηθίζω, παραθέτω αμέσως τα χωρία απ’ τα οποία προκύπτει ότι ο απ. Παύλος μνημονεύει τον ιστορικό Ιησού Χριστό στις επιστολές του (παρόλο που δεν τον γνώρισε προσωπικά), και δέχεται και υποστηρίζει τον πυρήνα των διδασκαλιών του.

1) Ο Ιησούς ήταν σπέρμα-απόγονος του Αβραάμ και του Δαβίδ (Ρωμ. 1:3, Γαλ. 3:16, Εβρ. 7:4, Β΄ Τιμ.2:8).

2) Ήρθε για να σώσει αμαρτωλούς, μέσα στους οποίους ο απ. Παύλος συμπεριλαμβάνει τον εαυτό του (Β΄ Κορ. 5:21, Α΄ Τιμ. 1:15, Εβρ. 2:14) και να δώσει την ζωή του αντίλυτρο υπέρ πάντων (Α΄ Τιμ. 2:5).

3) Είχε σαρκικούς αδελφούς (Α΄ Κορ. 9:5), όπως μας λέγουν και τα Ευαγγέλια.

4) Είχε 12 μαθητές (Α΄ Κορ. 15:7), όπως ακριβώς μας πληροφορούν οι Ευαγγελιστές.

5) Ήταν ταπεινός και πράος και δεν ήθελε να αρέσει στον εαυτό του (Φιλ. 2:4, Β΄ Κορ. 10:1, Ρωμ.15:3).

6) Τερμάτισε την ισχύ του μωσαϊκού νόμου δια της αγαπητικής του αυτοπροσφοράς-θυσίας (Ρωμ. 10:4, Φιλ.2:6-8).

7) Ήταν αναμάρτητος και γεννήθηκε από παρθένο (Β΄ Κορ. 5:21, Εβρ. 4:14, Γαλ. 4:4).

8) Δίδαξε την αγάπη και συμπεριέλαβε όλες τις διατάξεις του μωσαϊκού νόμου στην αγάπη προς τον Θεό και στον πλησίον (Ρωμ. 12:17-18).

9) Θέσπισε τον Κυριακό δείπνο, εορτή εις ανάμνησή Του, όπως αναγράφουν και τα Ευαγγέλια (Α΄ Κορ.11:23-26).

10) Ομολόγησε την καλή ομολογία ενώπιον του Πόντιου Πιλάτου (Α΄ Τιμ. 6:13).

11) Πέθανε θυσιαστικά στο σταυρό (Α΄ Κορ. 15:3, Φιλ. 2:8) και αναστήθηκε σύμφωνα με την παράδοση που έλαβε από τους πρώτους αυτόπτες μαθητές (Α΄ Κορ. 15:2-3, Β΄ Τιμ. 2:8) κι αυτό έγινε σύμφωνα με τις Εβραϊκές Γραφές.

Η τελευταία του μαρτυρία, στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή, είναι ιδιαίτερης σημασίας και βαρύτητας. Διότι η Α΄ προς Κορινθίους επιστολή, γράφτηκε από τον απ. Παύλο κατά γενικήν αναγνώριση και ομολογία, ακόμα και των αρνητικών κριτικών της Βίβλου, περί το 55 μ.Χ. από την Έφεσο, και είναι μία από τις πιο θεμελιώδεις επιστολές του. Γράφτηκε, δηλαδή, 22 χρόνια μετά το θάνατό του Ιησού Χριστού, τις δε πληροφορίες του ο απ. Παύλος τις παραλαμβάνει από τους αυτόπτες-αυτήκοους μάρτυρες-μαθητές, Κηφά (Πέτρος), Ιάκωβο και λοιπούς μαθητές. Μνημονεύει ότι ο Ιησούς εφάνη μετά την ανάστασή του σε διάφορες περιπτώσεις και σε μία περίπτωση σε 500 μαθητές. Και τελευταία σ’ αυτόν τον ίδιο. Κατονομάζει δηλ. μάρτυρες των γεγονότων, μερικοί από τους οποίους, όπως λέει, είχαν πεθάνει (εκοιμήθησαν) (Α΄ Κορ. 15:3 επ.).

Στην αρχή της επιστολής του (Α΄ Κορ. 8:6) αναφέρεται στον Ιησού ως «κύριο δι’ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτοῦ», και στο τέλος της επιστολής, τελειώνει με την αραμαϊκή ευχή-φράση «μαράνα θά»xxvii που σημαίνει, Ελθέ Κύριε. Δηλαδή, ο πρώην διώκτης του Χριστιανισμού, εκφράζει την πίστη του στο πρόσωπο του Ιησού ως Κυρίου, που θα επανέλθει στη Β΄ παρουσία του, όπως δίδαξε και ο ίδιος ο Ιησούς (Μτθ. κεφ. 24,25, Μάρκος 13, Λουκ. 21 κ.λπ.).

Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά ότι, ο απ. Παύλος γνώριζε πολλά για τον ιστορικό Ιησού από μαρτυρίες των αυτοπτών μαρτύρων μαθητών του, επικυρώνοντας τις πληροφορίες των Ευαγγελίων.xxviii Ακόμη ότι, ήταν αδύνατον να έχουν δημιουργηθεί θρύλοι για γέννηση από παρθένο, θαύματα, σταύρωση, ανάσταση, δανεισμένα τάχα από άλλες αρχαιότερες θρησκείες της Μεσογείου, όπως θέλει ο Dawkins, πράγμα που απαιτεί πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και μυθολογικές προϋποθέσεις. Κάποιες ομοιότητες με το Μίθρα (π.χ. γέννηση Ιησού στις 25 Δεκεμβρίου), δημιουργήθηκαν μετά από συνειδητή προσπάθεια, τον 4ο μ.Χ. αι. από εκκλησιαστικούς ηγέτες για δικούς τους λόγους, που δεν είναι του παρόντος.xxix

***

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Dawkins, ότι ο Παύλος είναι ο πραγματικός ιδρυτής του Χριστιανισμού, διότι αυτός κήρυξε στους εθνικούς, και μετέτρεψε τάχα την διδασκαλία του Ιησού (αλλοιωμένη) από μια ιουδαϊκή αίρεση σε παγκόσμια θρησκεία, τίποτα δεν είναι πιο ανακριβές και αναληθές. Και ιδού το γιατί:

α) Ο ίδιος ο Ιησούς δίδαξε μια διδασκαλία που είχε μέσα της τα σπέρματα της οικουμενικότητας και παγκοσμιότητας και, μάλιστα, έδωσε εντολή στους μαθητές του να πορευτούν και να κηρύξουν όλα τα έθνη και να γίνουν μάρτυρές του παντού, έως εσχάτου της γης (Μτθ. 28:18, 19· Πρξ. 1:8· πρβλ και Μτθ. 10:17, 18, 22). Προφήτεψε μάλιστα, ότι, έτσι θα γινόταν το κήρυγμα του Ευαγγελίου της βασιλείας του παγκοσμίως (Μτθ. 24:14, Μρκ. 13:10). Όπερ και εγένετο, όπως οι πάντες γνωρίζουν. Το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού και της βασιλείας Του, διακηρύχτηκε και διακηρύσσεται παγκοσμίως σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης.

β) Ο πρώτος που μίλησε σε Εθνικούς (Κορνήλιο), ήταν ο Πέτρος και όχι ο Παύλος (Πρξ. Κεφ. 10) κάνοντας χρήση των «κλειδιών της βασιλείας» (Μτθ. 16:19).

γ) Ο απ. Παύλος σύμφωνα με το ιστορικά αξιόπιστο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων ήταν Φαρισαίος, πρώην διώκτης των χριστιανών (Πρξ. 8:3, 26:9-11), και μετά την θαυματουργική εμφάνιση του Ιησού σ’ αυτόν, μετεστράφη σε διαπρύσιο κήρυκα του Ευαγγελίου στα έθνη, κατ’ εντολήν του ίδιου του Χριστού (Πρξ. 9:15,16). Ο απ. Παύλος τονίζει ότι: «Ημείς κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν» (Α΄ Κορ. 3:23), και, «θεμέλιο κανείς δεν δύναται να θέσει παρά εκείνο που κείται, που είναι ο Ιησούς Χριστός» (Α΄ Κορ. 3:11), άρα, δεν ήταν ο ίδιος το θεμέλιο. Και ακόμη: «Μιμηταί μου γίνεσθε όπως και εγώ του Χριστού» (Α΄ Κορ. 11:1). Επί πλέον, αυτο-χαρακτηρίζεται «δούλος Ιησού Χριστού» (Ρωμ. 1:1· Φιλ. 1:1) και διακηρύσσει ότι είχε ανάγκη σωτηρίας ο ίδιος, από τον Ιησού Χριστό! (Α΄ Τιμ. 1:15).

Εξάλλου, όταν ο απόστολος Παύλος ρωτήθηκε από τον δεσμοφύλακα στους Φιλίππους όπου κήρυξε για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό έδαφος, τι έπρεπε να κάνει για να σωθεί, δεν του είπε «πίστεψε σε εμένα», αλλά του απάντησε «πίστευσον ἐπὶ τὸν κύριον Ἰησοῦν καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου» (Πρξ. 16:31).

δ) Ο απ. Παύλος, όπως προκύπτει από τις Πράξεις των αποστόλων αλλά και από τις επιστολές του, κήρυττε στις περιοδείες του το Ευαγγέλιο του Ιησού μαζί με πολλούς συνεργάτες του, όπως: Σίλα, Λουκά, Τιμόθεο, Μάρκο, Βαρνάβα, Επαφρόδιτο, κ.α. και συνολικά, όπως φαίνεται από τις επιστολές του, διέθετε ένα δίκτυο 100 συνεργατών περίπου ανδρών και γυναικών για το κήρυγμα, με τη βοήθεια των οποίων ίδρυε εκκλησίες (Πρξ. κεφ. 16, 17, κ.α.). Αλλά, σύμφωνα με τον ίδιο, το έργο αυτό το επιτελούσε αοράτως, ο αναστημένος Ιησούς και το Άγιο Πνεύμα με τη χάρη του Θεού (Φιλ. 4:13, Εφ. 2:4-10, Τιτ. 2:11). Δεν ήταν δικό του επίτευγμα. Όπως έγραψε ο ίδιος: «Τα όπλα της στρατείας ημών ου σαρκικά, αλλά δυνατά συν Θεώ προς καθαίρεσιν οχυρωμάτων…» (Β΄ Κορ. 10:4).

ε) Η διδασκαλία του απ. Παύλου είναι αυτή η ίδια η διδασκαλία του Ιησού, όπως είδαμε και προηγουμένως. Ιδιαίτερα για τη διδασκαλία του απολυτρωτικού θανάτου του Ιησού που δήθεν την εφηύρε και την λάνσαρε ο απ. Παύλος, η Καινή Διαθήκη δείχνει ότι αυτή η βασική διδασκαλία κηρύχτηκε από τον ίδιο τον Ιησού και τους αποστόλους. Έτσι στο Μτθ. 20:28 και Μαρ. 10:45, διαβάζουμε τα λόγια του Ιησού: «Ο υιός του ανθρώπου δεν ήρθε για να υπηρετηθεί αλλά να υπηρετήσει και να δώσει την ζωήν του λύτρον αντί πολλών» (εβραϊσμός που σημαίνει «υπέρ πάντων» όπως λέει και ο απ. Παύλος Α΄ Τιμ. 2:5). Ο ίδιος ο Ιησούς λοιπόν, πρώτος μίλησε για τον απολυτρωτικό του θάνατο (Ιωάν. 3:16, Μτθ. 16:21) και όχι ο Παύλος. Ο απ. Παύλος μιλώντας για τον απολυτρωτικό θάνατο του Ιησού, έγραψε: «Παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις, ό και παρέλαβον, ότι ο Χριστός απέθανε υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς…» (Α΄ Κορ. 15:2-3). Ο απ. Παύλος δηλ., αναφέρει ότι τη διδασκαλία του αυτή την παρέλαβε από τους αυτόπτες αποστόλους και από τις (Εβραϊκές) γραφές, όπως είναι ο 22ος μεσσιανικός ψαλμός, και η περίφημη προφητεία του Ησαΐα που εκπληρώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού! Εκεί διαβάζουμε:

«Αυτός, όμως, τραυματίστηκε για τις παραβάσεις μας, ταλαιπωρήθηκε για τις ανομίες μας, η τιμωρία που έφερε τη δική μας ειρήνη, ήταν επάνω σ’ αυτόν και διαμέσου των πληγών του γιατρευτήκαμε εμείς» (Ησ. 53:5).

Είναι αξιοσημείωτο ότι, ακόμη και ένας μη χριστιανός, ένας αγνωστικιστής όπως ο Samouel H. Hook, παραδέχεται ότι «ένα από τα αποτελέσματα των μελετών της Καινής Διαθήκης είναι η ομόφωνη παραδοχή της άποψης ότι η περιγραφή του Ιησού είναι ο βασανισμένος δούλος του Γιαχβέ που αναφέρεται στα χωρία του δούλου του Ησαΐα… Έτσι, στις ομοιότητες ανάμεσα στις διηγήσεις των παθών και των χωρίων της Παλιάς Διαθήκης δεν υπάρχει επεξεργασία μυθολογικού υλικού, ούτε δάνεια από τον μύθο του Ταμμούζ…»xxx Επιπλέον, εδώ πρέπει να προστεθεί μια ουσιώδης διαφορά που υπάρχει μεταξύ του αρχαίου παγανισμού και της ιουδαίο-χριστιανικής παράδοσης, όπως την επισήμανε και την ανέπτυξε στα έργα του ο ρηξικέλευθος Γάλλος διανοητής René Girard. Στον προφητικό Ιουδαϊσμό και στο Χριστιανισμό, το θύμα αντί να αναγνωρίζεται θεϊκό επειδή είναι ένοχο, αναγνωρίζεται θεϊκό επειδή είναι αθώο. Και αυτοί που είναι ένοχοι είναι οι διώκτες του. Μια ριζική ανατροπή πραγματοποιείται ανάμεσα στις αρχαίες θρησκείες και στη βιβλική παράδοση.xxxi

Συνεπώς, ο απ. Παύλος δεν επινόησε τη διδασκαλία του λύτρου, ούτε την παρέλαβε από παγανιστικές πηγές, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο Dawkins, αλλά την παρέλαβε από τους πρώτους μαθητές Πέτρο, Ιάκωβο κ.λπ. και από τις Εβραϊκές Γραφές, που τις είδε εκπληρούμενες στο πρόσωπου του Ιησού, και, φυσικά, τη διδασκαλία αυτή την ανέπτυξε και την επεξεργάστηκε θεολογικά περισσότερο ο ίδιος, όπως έπρεπε, για να γίνει κατανοητή από τους εθνικούς χριστιανούς.

στ) Τέλος, αν ο απ. Παύλος κήρυττε ένα διαφορετικό Ιησού, με άλλες περίεργες δικές του διδασκαλίες, τότε, σίγουρα, θα αντέφασκε με το κήρυγμα των λοιπών μαθητών και αποστόλων (και πρώτων Χριστιανών), από την ημέρα της Πεντηκοστής του 33 μ.Χ. και εντεύθεν, όπως αυτό είναι καταγεγραμμένο στις επιστολές τους. Αλλά κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Τουναντίον, μάλιστα, όλοι συμφωνούν μ’ αυτά που λέει ο απ. Παύλος και, ιδιαίτερα, στο θέμα της απολυτρωτικής θυσίας του Ιησού. Ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τα χωρία Α΄ Πέτρου 1:18, 19, 2:24, Α΄ Ιωάν. 2:2, 4:9, 10, Αποκ. 5:9, 10, 7:9, 10 κ.α., και θα διαπιστώσει ότι και οι άλλοι μαθητές συμφωνούν με τον απόστολο Παύλο για τη διδασκαλία του αντιλύτρου.

Πριν κλείσω αυτό το θέμα σχετικά με τον απόστολο Παύλο, υποβάλλω και μια άλλη, απλή σκέψη, στη διάνοια του καλοπροαίρετου αναγνώστη: Ποιος ήταν ο εκ Ταρσού Σαούλ; Τι δυνάμεις, τι μόρφωση, τι ικανότητες, τι πόρους, τι μέσα είχε και διέθετε, ώστε να μπορούσε να κάνει αυτό το υπεράνθρωπο, το τεράστιο έργο, να κηρύττει και να πείθει δεκάδες Ιουδαίους, αλλά κυρίως Εθνικούς, διαποτισμένους με την ελληνική φιλοσοφία ή τον παγανισμό, ώστε να μεταστραφούν και να γίνουν Χριστιανοί;

  • Μήπως διέθετε εκπληκτική ευγλωττία; Κάθε άλλο. Γιατί, ο ίδιος λέει ότι τον κατηγορούσαν κάποιοι ότι οι επιστολές του ήταν μεστές νοήματος, αλλά ο λόγος ασθενικός (Β΄ Κορ. 10:10· 11:6). Μόρφωση διέθετε βέβαια, αλλά αυτή ενός νομικού Εβραίου. Δεν είχε σπουδάσει φιλοσοφία, ρητορική, κ.λπ. σε κάποια σχολή της αρχαίας Ελλάδας.

  • Μήπως διέθετε μπράβους, οπλοφόρους ή στρατό, ώστε να επιβάλλει δια της βίας τις απόψεις του και να εκχριστιανίζει ειδωλολάτρες; Κάθε άλλο. Οπλοφόρους είχε πριν γίνει χριστιανός, όταν ήταν διώκτης των χριστιανών με την υποκίνηση και την ευλογία του αρχιερέα και των Φαρισαίων (Πρξ. 9:1, 2, 7). Μετά, επειδή ήταν χριστιανός και κήρυττε άφοβα, συνελήφθη και φυλακίστηκε στους Φιλίππους, ύστερα στην Ιερουσαλήμ, και μετά στη Ρώμη, σύμφωνα με τις παραπάνω πηγές.

  • Μήπως διέθετε σημαντική χρηματική δύναμη, πλούτο, για να επηρεάζει και να εξαγοράζει συνειδήσεις; Κάθε άλλο. Διότι ο ίδιος δούλευε ως σκηνοποιός για τα προς το ζην, για να μην επιβαρύνει κανέναν, κατά την αυτο-μαρτυρία του (Α΄ Θεσ. 1:7 επ.). Επιπλέον, αυτόν και τους συνεργάτες τους τούς θεωρούσαν σκύβαλα, απόκληρους του κόσμου (Α΄ Κορ. 4:9, 10).

Τι διέθετε, λοιπόν, ο απόστολος Παύλος και είχε τόσο μεγάλη ανταπόκριση και επιτυχία το έργο του; Εκείνο που διέθετε ήταν πίστη και αγάπη για το Θεό, υπακοή στο θέλημά του, και φλογερό ζήλο, μαζί με κάτι άλλο, αόρατο, αλλά πολύ ισχυρότερο, κάτι που ξεπερνούσε το φυσιολογικό—το Άγιο Πνεύμα. Την υποκινούσα δύναμη, τον «άλλο παράκλητο» που υποσχέθηκε ο ιστορικός Ιησούς ότι θα έστελνε στους μαθητές του μετά τη δική του αναχώρηση (Ιωάν. 14:25 επ· Β΄ Κορ. 3:4). Αυτή η αλήθεια, βέβαια, μετράει για τους πιστούς, και όχι για άθεους και απίστους σαν τον Dawkins.

Το δόγμα του αντιλύτρου—σαδομαζοχιστικό;

Ο Dawkins αδυνατεί να εννοήσει το βασικό δόγμα του λύτρου ή της εξιλέωσης, όπως το θέτουν οι Άγιες Γραφές. Παρεκτρέπεται κατά την προσφιλή του μέθοδο σε λοιδορίες και ύβρεις, όπως έκαναν και οι αρχαίοι χριστιανομάχοι. Το χαρακτηρίζει «αχρείο, σαδομαζοχιστικό, αποκρουστικό και παρανοϊκό», και προσπαθεί να το γελοιοποιήσει εκμηδενίζοντας τη σημασία της παράβασης-επανάστασης των πρώτων γονέων, αυτήν την παράβαση που ο ιερός Αυγουστίνος, ορθά ονόμασε «πρωταρχικό αμάρτημα». Το θεωρεί επιπόλαιο ζήτημα, που θα μπορούσε να λήξει με μία απλή επίπληξη, αφού ο Αδάμ και η Εύα έκλεψαν ένα «μήλο»(!). Αλήθεια, πού διάβασε στη Βίβλο ο Dawkins κάτι τέτοιο; Πού μιλάει η Βίβλος για μήλο; Άλλη μια αστοχία του, που αποκαλύπτει ότι δεν έχει διαβάσει ο ίδιος τη Βίβλο…

Αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά ή απλουστευτικά, όπως θέλει να τα παρουσιάζει ο Βρετανός βιολόγος. Σύμφωνα με τη Βίβλο, ο Θεός έθεσε έναν κανόνα, μια απαγόρευση, και προειδοποίησε για την ποινή σε περίπτωση παράβασης: «θανάτω αποθανείσθε». Οι δυο πρώτοι γονείς, ήσαν τέλεια ηθικά όντα, με την ελευθερία και ικανότητα επιλογής. Με το να παραβούν εκούσια μια θεία εντολή, έστω με την παρέμβαση-προτροπή άλλου επαναστάτη (όφις=διάβολος, Β΄ Κορ. 11:3, 14· Αποκ. 12:9), φάνηκε ότι περιφρονούσαν τον Δημιουργό τους και επαναστατούσαν εναντίον του. Επιπλέον, μη ζητώντας συγνώμη, και επιρρίπτοντας ο ένας το σφάλμα στον άλλον, και στον ίδιο το Θεό («η γυνή την οποία μου έδωσες», είπε ο Αδάμ), χειροτέρεψαν τα πράγματα και τη θέση τους.

Η παράβαση αυτή, το «πρωταρχικό αμάρτημα», επέφερε την σχάση στην ομαλή σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Επέφερε την α-μαρτία (=αστοχία, παράβαση, Α΄ Ιωάν. 3:4), και κατά συνέπεια, την προαναγγελθείσα ποινή: τον θάνατο. Η ποινή, λόγω των προϋπαρχόντων νόμων της κληρονομικότητας, διαβιβάστηκε σ’ όλους τους απογόνους του Αδάμ αναγκαστικώς, επειδή «δι’ ενός ανθρώπου εισήλθε η αμαρτία στον κόσμο και δια της αμαρτίας ο θάνατος και ούτω πάντες ήμαρτον» (Ρωμ. 5:12). Ο Θεός σύμφωνα με τη Βίβλο διείδε και είχε στο πρόσωπο του Αδάμ «την ομοσπονδιακή κεφαλή όλης της ανθρωπότητας». Ο πρώτος γενάρχης και η σύζυγός του, αμάρτησαν, και μαζί μ’ αυτούς και οι απόγονοί τους, οι οποίοι δρέπουν τους καρπούς της επανάστασης τους, όπως ένας ηγέτης ενός κράτους, μπορεί να οδηγήσει τους πολίτες της χώρας του σε σφαγή, αν λάβει λάθος αποφάσεις και κηρύξει πόλεμον εναντίον ισχυροτέρων. Οι εσφαλμένες αποφάσεις του επηρεάζουν το έθνος του. Το σπουδαίο αυτό σημείο το επεσήμαναν ήδη αρχαίοι ερμηνευτές: «Του Αδάμ ημαρτηκότος και θνητού για την αμαρτίαν γεγενημένου, εχώρησεν εις το γένος αμφότερα» (Θεοδώρητος). «Εκείνου πεσόντος και οι μη φαγόντες από του ξύλου γεγόνασιν εξ εκείνου θνητοί» (Χρυσόστομος). «Omnes in Adam peccaverunt ([= πάντες εν Αδάμ ημάρτησαν»] Αυγουστίνος).

Όπως από δύο μικροσκοπικά κύτταρα, από ένα ωάριο και ένα σπερματοζωάριο, σχηματίζεται μέσα σ’ ένα διάστημα 9 μηνών ένα βρέφος που φέρει τις φυσικές και πνευματικές ιδιότητες των γονέων του, έτσι από τα δύο αυτά ‘αρχικά κύτταρα’ τον Αδάμ και την Εύα, κυοφορήθηκε, σχηματίστηκε και προήλθε όλη η ανθρωπότητα, με τα χαρακτηριστικά που κληρονόμησε απ’ αυτούς, αφού αμάρτησαν, και τους επιβλήθηκε η ποινή του θανάτου, αφού δηλαδή, επήλθε η πτώση τους στην αμαρτία και η σχάση της σχέσης τους με τον Θεό. Οι απόγονοι των πρώτων γονέων δεν κληρονόμησαν την «ενοχή» τους, αλλά, αφ’ ενός μεν τη τάση, τη ροπή προς την α-μαρτία, αφ’ ετέρου δε τα αποτελέσματά της (πρβλ. Ρωμ. 8:18-25).xxxii Ασφαλώς, η πορεία της ανθρωπότητας θα ήταν διαφορετική, εάν οι πρώτοι μας γονείς αποκτούσαν απογόνους πριν από την α-μαρτία. Αυτοί θα ζούσαν με τη δυνατότητα αιώνιας ζωής (Γεν 1:28· Εκκλ. 3:11· Ιωάν. 17:3· Ρωμ. 6:23· Α΄ Τιμ. 6:19).

Πέραν τούτου, η ύβρις αυτή των πρώτων γονέων, προσέβαλε καίρια την προσωπικότητα του Θεού και τη θεία δικαιοσύνη του. Ήταν μια επανάσταση κατά της θείας κυριαρχίας. Ο Θεός, μπορούσε ασφαλώς να παραθεωρήσει-παραβλέψει το αμάρτημα των πρώτων ανθρώπων, αν ήταν Dawkins. Απλά, έτσι, να τους συγχωρήσει, χωρίς να ζητήσουν συγνώμη, χωρίς ν’ αναγνωρίσουν το σφάλμα τους. Όχι, όμως, αν ήταν Θεός, συνεπής με τον εαυτό του και με τις αρχές του. Παραθέτω εδώ μια εύστοχη και συνοπτική σκέψη:

«Την απολύτρωση και την αποκατάσταση του ανθρώπου μπορούσε να την πραγματοποιήσει αμέσως και άνευ άλλου τινός (ο Θεός), ουδέποτε, όμως, θα ήθελε να την φέρει εις πέρας αρνούμενος εαυτόν και αντιτιθέμενος προς την ίδια αυτού άσπιλη και απόλυτη άγια φύση… Μπορούσε να ικανοποιήσει την ευδοκία κάθε θελήματός του, όχι όμως την αθέτηση ή κατάλυση της δικαιοσύνης του. Θα εσείοντο εκ βάθρων και θα ανετρέποντο τα θεμέλια της ηθικής τάξεως του κόσμου, εάν παρεχόταν η απολυτρωτική χάρις χωρίς να ικανοποιηθεί εξ ολοκλήρου και η θεία δικαιοσύνη. Και η αμαρτία θα έπαυε να είναι αμαρτία, εάν δεν υπήρχε ανάγκη εξιλεώσεως γι’ αυτήν».xxxiii

Στο ίδιο μήκος κύματος κυμαίνονται και οι απαντήσεις που έδωσαν και δίνουν, οι μεγάλοι στοχαστές και υπέρμαχοι του Χριστιανισμού, όπως B. Pascal, S. Kierkegaard, J. Locke, L. Euler, I. Kant, C. S. Lewis, O. Clement, κ.α. Θα μπορούσα να παραθέσω κάποια χωρία ή αποσπάσματα απ’ τα έργα όλων, αλλά εδώ θ’ αρκεστώ, σ’ αυτά που λέει ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Immanuel Kant (1724 –1804):

«Η Αγία Γραφή περιγράφει την πηγή του κακού με μιαν αφήγηση, όπου, εκείνο που σύμφωνα με τη φύση του πράγματος… πρέπει να το θεωρήσουμε ότι είναι αρχικό… αμαρτήσαμε σαν ‘Αδάμ’ κι εξακολουθούμε ν’ αμαρτάνουμε ακόμα. Μόνον που σε μας υπάρχει σαν προϋπόθεση μια έμφυτη τάση προς την παρεκτροπή… η παρεκτροπή του πρώτου ανθρώπου ονομάζεται πτώση στην αμαρτία, ενώ η δική μας παρεκτροπή από το νόμο σήμερα θεωρείται ότι είναι το αποτέλεσμα της έμφυτης κακίας της φύσης μας…»xxxiv

Γι’ αυτό, ο πρώην άθεος, και μετέπειτα χριστιανός, Βρετανός καθηγητής της φιλοσοφίας Cyril E. M. Joad, μετά από διεξοδική έρευνα που έκανε στο Χριστιανισμό, κατέληξε να πει:

«Βλέπω τώρα ότι το κακό είναι έμφυτο στον άνθρωπο και ότι η χριστιανική διδασκαλία περί προπατορικού αμαρτήματος αποτελεί μια βαθιά και ουσιαστική διάγνωση της ανθρώπινης φύσης».xxxv

Από εδώ, λοιπόν, προκύπτει και η αναγκαιότητα λυτρώσεως της ανθρωπότητας με την σοφία και τη χάρη του Θεού. Όπως ένας «πρώτος Αδάμ» έγινε αιτία της αμαρτίας και του θανάτου όλης της ανθρωπότητας, χρειαζόταν και ένας αναμάρτητος, «έσχατος Αδάμ» (Α΄ Κορ. 15:45, 22), για να πληρώσει το αντίτιμο της δουλείας μας στο θάνατο, το ισοδύναμο λύτρο, ή το αντίλυτρο (λέξη άπαξ λεγόμενη στην Κ.Δ., στο Β΄ Τιμ. 2:6), λέξη που σημαίνει «το τίμημα μέσω του οποίου οι αιχμάλωτοι απολυτρώνονται από τον εχθρό. και αυτό το είδος της ανταλλαγής στην οποία η ζωή ενός ατόμου απολυτρώνεται μέσω της ζωής άλλου».xxxvi Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το ρήμα αντιλυτρόω, για την απολύτρωση ζωής με ζωή.

Σύμφωνα με άλλα ειδικά λεξικά, όπως του Walter Bauer, του Rudolf Kittel κ.α., η λέξη λύτρο-αντίλυτρο σημαίνει ισοδύναμο λύτρο (εβρ. Κόφερ) γι’ αυτό που χάθηκε. Λύτρο σημαίνει οτιδήποτε απελευθερώνει οποιονδήποτε. Σημαίνει επίσης, την ενέργεια ή διαδικασία απελευθέρωσης. Για να καλυφθεί συνεπώς, η πρωταρχική αμαρτία, έπρεπε να πληρωθεί ένα τίμημα που κάλυπτε πλήρως την βλάβη. Έπρεπε να δοθεί μια τέλεια ζωή σαν κι αυτή (του Αδάμ) που χάθηκε εξαιτίας της παρακοής του, μια ζωή που θα μεταβίβαζε την τελειότητα και την αιωνιότητα σ’ όλους. Μια τέλεια αναμάρτητη ζωή έπρεπε να θυσιαστεί, που με την υπακοή του Ενός, θα απελευθέρωνε πάντας τους πιστεύοντας (Ρωμ. 7:4).

Βεβαίως, ο Θεός στην Καινή Διαθήκη δεν εμφανίζεται ως κάποιος Μολώχ, που ικανοποιείται με την προσφορά αίματος, αλλά Θεός αγάπης (Α΄ Ιωάν. 4:8). Που πρώτος επέδειξε την αγάπη του και το ενδιαφέρον του στους ανθρώπους (Ρωμ. 5:8). Δεν χρειαζόταν καμία θυσία. Και απόδειξη τούτου είναι ότι, ο ίδιος έγινε θυσία στο πρόσωπο του μοναδικού του Υιού. Στα μάτια του ήταν πολύτιμη η ανθρωπότητα και γι’ αυτό το αντίλυτρο ήθελε να έχει υψηλό τίμημα. Και με τη θυσία του αθώου θύματος τερματίζονται, καταπαύουν όλες οι θυσίες ζώων ή ανθρώπων, που γίνονταν από Ιουδαίους ή παγανιστές (René Girard).

Γι’ αυτό και ο αγνότερος, ο εκλεκτότερος των ανθρώπων, ο προ-ανθρώπινος μονογενής Υιός του Θεού, ο τέλειος, αναμάρτητος Ιησούς, προσφέρει εκούσια, ελεύθερα, τον εαυτό του θυσία στο Θεό «ο δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ὑμᾶς προσαγάγῃ τῷ θεῷ» (Α΄ Πετ. 3:18, Εφ. 5:2), και με αυτό τον τρόπο επέρχεται η καταλλαγή Θεού και ανθρώπων, η συμφιλίωση, η ειρήνη και η αποκατάσταση πάντων (Πρξ. 3:19-21· Ρωμ. 5:10, 19· Εφ. 1:7-10· Κολ. 1:13, 14). Αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς δεν ήλθε για να σταυρωθεί από αμαρτωλούς για να σώσει κάποιους (Ιουδαίους) αμαρτωλούς μόνο, αλλά όλους τους απογόνους του Αδάμ (Ιωάν. 3:36· Ρωμ. 5:17· Εβρ. 2:9), και μέσω της εσχατολογικής αναστάσεως, να φέρει σε αιώνια ζωή και τα εκατομμύρια των νεκρών! «Eἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν» (Β΄ Κορ. 5:14, 15). Έτσι, για τον αντικειμενικό και απροκατάληπτο, το δόγμα της απολυτρωτικής θυσίας του Ιησού, είναι σύμφωνο με το όλο πνεύμα των Γραφών. και η θυσία του Χριστού, είναι, όχι σαδομαζοχισμός του Θεού προς εντυπωσιασμό του εαυτού του (!), όπως ισχυρίζεται ο Dawkins, ο Slavoj Žižek και άλλοι αθεϊστές, αλλά εκδήλωση της δικαιοσύνης και της αγαθότητας και της αγάπης του Θεού και του ίδιου του Υιού του (Ιωάν. 3:16, 10:17, 18· B΄ Κορ. 5:19α· Γαλ. 1:3-5, 2:20· Εφ. 5:1, 2· Φιλ. 2:7· Ρωμ. 3:23-26· Α΄ Ιωάν. 4:9, 10), μια πράξη ελέους για την ανθρωπότητα, η οποία δεν θα είχε άλλη διέξοδο στη θνητή και άθλια κατάσταση που βρέθηκε μετά την επανάσταση των πρώτων γονέων μας. Στο γεγονός του σταυρού φανερώνεται η ένσαρκη αγάπη του Θεού για όλο τον κόσμο. Διότι, ο σταυρός δεν είναι το μέσο με το οποίο ο Υιός της αγάπης εξευμενίζει την οργή του Θεού, αλλά είναι η προσφορά της αγάπης του ίδιου του Πατέρα όπως εκφράστηκε μέσω του Υιού.xxxvii

Ενδιαφέρουσες στο θέμα αυτό είναι και οι σκέψεις του Γάλλου διανοητή Olivier Clément ο οποίος σημειώνει: «Με την ανταρσία του ο άνθρωπος γίνεται αυτοείδωλο αντί να γίνει θεός, κατά την υπόσχεση του Διαβόλου. Το τραύμα του Αδάμ τραυμάτισε ανεπανόρθωτα όλη την ανθρωπότητα όχι μόνο γιατί αυτός υπήρξε ο γεννήτωρ, αλλά διότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, είναι η ιστορία η δική του στον κάθε άνθρωπο, όταν αρνείται την προσφορά του έσχατου Αδάμ, του Χριστού… Ο έσχατος Αδάμ γίνεται το αλεξικέραυνο που έλκει το κεραυνό του κακού, γίνεται αλληλέγγυος της οδύνης του ανθρώπου διότι ο σταυρός του Χριστού συντρίβει την ταφόπλακα του κόσμου και καταγράφεται ως τεράστια δύναμη ζωής στην ιστορία του ανθρώπου».xxxviii

«Ναι, ο Θεός γίνεται συνοδοιπόρος στον ανθρώπινο πόνο, συμπάσχων με τον άνθρωπο, κι αυτή είναι η πρωτοτυπία του Χριστιανισμού», θα παρατηρήσει και ο Βρετανός μαθηματικός και φιλόσοφος A. N. Whitehead.xxxix

Συμπερασματικά, σύμφωνα με τη Βίβλο, ο Θεός είναι Εκείνος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για την αποκατάσταση της διαρρηχθείσας σχέσης (Γεν. 3:15). Προσφέρει το Χριστό, το μέσο της λύτρωσης, της σωτηρίας. Η γνώση αυτής της σωστικής ενέργειας του Θεού και η πίστη είναι απαραίτητες. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Pascal για τον άνθρωπο:

«Η γνώση του Θεού χωρίς τη γνώση της αθλιότητάς του, δημιουργεί υπεροψία. Η γνώση της αθλιότητάς του χωρίς τη γνώση του Θεού, δημιουργεί την απελπισία. Η γνώση του Χριστού δημιουργεί τη μέση κατάσταση, γιατί σ’ αυτή βρίσκουμε και τον Θεό και την αθλιότητά μας».

Αντιφάσκουν τα Ευαγγέλια;

Ο Dawkins αναρωτιέται, αν οι πιστοί χριστιανοί ανοίγουν ποτέ τη Βίβλο τους, το βιβλίο που κατ’ αυτούς καταγράφει την ‘πάσα αλήθεια’… Αλλά εγώ αναρωτιέμαι, αν ο Dawkins την έχει διαβάσει ο ίδιος προσωπικά και απροκατάληπτα, διότι μια και δεν είναι ο ίδιος ειδικός σε ιστορικά θέματα, παραπέμπει βέβαια σε άλλους ομόφρονες μ’ αυτόν αθεϊστές ή σκεπτικιστές, ή σε περιοδικά όπως Free Inquiry, και βρίσκει αντιφάσεις εκεί που δεν υπάρχουν, ή διογκώνει μικρές ασήμαντες ετεροφωνίες των βιβλικών συγγραφέων, που είναι θεμιτές, λόγω του ότι, είτε στηρίζονται σε αυτόπτες μάρτυρες με διαφορετική οπτική-θέαση, είτε γράφουν κατ’ επιλογήν έχοντας υπόψη διαφορετικούς στόχους και διαφορετικούς αποδέκτες-αναγνώστες. Ο γνωστός ιστορικός Will Durant παρατήρησε ότι «αντιφάσεις στη ζωή του Ιησού υπάρχουν μόνο σε λεπτομέρειες. Τα ουσιώδη μέρη των συνοπτικών Ευαγγελίων συμφωνούν πολύ χαρακτηριστικά και προσφέρουν μια σταθερή εικόνα του Χριστού…»xl

Είναι καταπληκτικό να σημειώσει κανείς ότι, ο άθεος μαρξιστής Πολωνός καθηγητής Milan Machovec (Μίλαν Μάχοβεκ), στο βιβλίο του Jesus für Atheisten (Ιησούς για τους Αθεϊστές), βλέπει κάτι το τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που συμπεραίνει ο Dawkins. Για τον Μάχοβεκ, όχι μόνο ο Ιησούς υπήρξε και δίδαξε υπέροχες διδασκαλίες, αλλά τις όποιες (υπαρκτές ή υποθετικές) αντιφάσεις στα λόγια του Ιησού (π.χ. «μακάριοι οι ειρηνοποιοί», «δεν ήρθα να φέρω ειρήνη αλλά μάχαιρα»), τις βλέπει ως τεκμήρια αξιοπιστίας των λόγων του Ιησού και ανεξαρτησίας των συγγραφέων και ως κλειδί κατανόησης της αρχικής μορφής της διδασκαλίας του!xli

Αλλά, ας επανέλθουμε στους ισχυρισμούς του Dawkins.

Οι ειδικοί μελετητές της Βίβλου γνωρίζουν ότι, ο Ματθαίος, απευθυνόμενος σε εξ Ιουδαίων χριστιανούς, δεν τοποθετεί εξαρχής τη Μαρία και τον Ιωσήφ στη Βηθλεέμ (όπως εσφαλμένα νομίζει ο Dawkins). Ο Ματθαίος δεν λέει που ζούσαν γενικώς ο Ιωσήφ και η Μαρία, ούτε αν ζούσαν στη Ναζαρέτ πριν. Απλά λέει ότι ο Ιησούς γεννήθηκε στη Βηθλεέμ.

Οι καινοδιαθηκολόγοι και οι ιστορικοί γνωρίζουν ότι, ο Κυρήνιος, ο κυβερνήτης της Συρίας υπήρξε «ηγεμονεύων» και κατά την γέννηση του Χριστού (προφανώς γύρω στο 2 π.Χ.), και ότι, έγιναν δυο απογραφές στη διάρκεια της θητείας του, όπως το ξεκαθαρίζει ο Λουκάς (Λουκ. 2:2· πρβλ. Πρξ. 5:37), και όπως τούτο προκύπτει και από την επιγραφή Lapis Venetus.xlii Συνεπώς, ο Λουκάς, είναι ακριβέστερος από τον μεταγενέστερό του, Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο (37-100 μ.Χ.) που εμφανίζει τον Κυρήνιο ηγεμονεύοντα μόνο από το 6 μ.Χ. Ο Dawkins, αμφισβητεί το αν γινότανε απογραφή στον τόπο καταγωγής των υποχρεωμένων προς τούτο, αλλά ένα διάταγμα του 104 μ.Χ. από τον κυβερνήτη της Αιγύπτου Gaius Vibius Maximus (που ήταν κάτω από την εξουσία της Ρώμης), δείχνει ότι οι φορολογούμενοι έπρεπε να μεταβούν να απογραφούν στον τόπο καταγωγής τους, όπως ακριβώς λέει και ο Λουκάς! Παρόμοια, ο πάπυρος Οξύρρυγχος 255, που χρονολογείται γύρο στο 48 μ.Χ., αναφέρεται σε διάταγμα απογραφής για φορολογικούς λόγους, στον τόπο γέννησης εκάστου.xliii

Γνωρίζουν, επίσης, οι λόγιο μελετητές της Βίβλου, ότι ο Δαβίδ υπήρξε ιστορικό πρόσωπο, όχι μόνο γιατί σαν τέτοιο το παρουσιάζει η Βίβλος, και έτσι τον δεχόταν και ο Ιησούς (βλ. Μρκ. 2:25· Μτθ. 22:41-45), αλλά διότι, η ύπαρξή του επαληθεύτηκε και από αρχαιολογικά ευρήματα, όπως την πινακίδα που ανακαλύφθηκε από τον Avraham Biran στο Tel Dan, το 1993-1994, χρονολογούμενη από τον 9ο-8ο αι. π.Χ., όπου γίνεται λόγος για τον «οίκο του Δαβίδ», μια φράση που μνημονεύεται πάνω από 20 φορές στην Π.Δ., πράγμα που προφανώς αγνοεί ο Dawkins και αρκείται στο να λέει, «ο Δαβίδ εάν καν υπήρξε…».xliv Όπως αγνοεί ότι το όνομα του Δαβίδ αναγράφεται και στη στήλη του Μεσά (8ος αι. π.Χ.) και ότι οι αρχαιολόγοι εδώ και χρόνια έχουν εντοπίσει την πόλη του Δαβίδ και τα ερείπια του παλατιού του!xlv Αλλά, προφανώς, και τη σήραγγα που έφερνε νερό από τον ποταμό Γιών (εβρ. tsinner) στην Ιερουσαλήμ επί των ημερών του Δαυίδ, την οποία επισκεύασε αργότερα στο σύνολό της ο βασιλιάς Εζεκίας ([8ος-7ος αιώνας π.Χ.]. Βλ. Β΄ Σαμ. 5:8, 9, 11 και Β΄ Βασ. 20:20· Β΄ Χρ. 32:30).xlvi

Οι ερμηνευτές της Βίβλου εδώ και χρόνια γνωρίζουν αυτό που δεν (ανα)γνωρίζει ο Dawkins και οι συν αυτώ. Ότι ο Ματθαίος, γράφοντας για Ιουδαίους και χριστιανούς εξ Ιουδαίων, παρουσιάζει την καταγωγή του Ιησού από τη γραμμή του Ιωσήφ, με κενά, με σχηματικό-επιλεκτικό τρόπο, με 42 γενιές (14x3) από τον Αβραάμ μέχρι τον Ιησού, για μνημονοτεχνικούς λόγους (παραλείποντας ορισμένα ονόματα), μέσω του γιου του Σολομώντα, αποδεικνύοντας ότι ήταν ο νόμιμος βασιλικός απόγονος του Δαβίδ. Ενώ, ο Λουκάς, (γράφοντας για εθνικούς), αναφέρει 77 ονόματα. Ξεκινά από τον θετό πατέρα του Ιησού, τον Ιωσήφ, ανιχνεύοντας τη γενεαλογία του Ιησού, μέχρι τον πρώτο γενάρχη, τον Αδάμ (Λουκ. 3:38), μέσω της γραμμής της μητέρας του Μαρίας (Λουκ. 3:23, 1:32-35) και μέσω του άλλου γιού του Δαβίδ, του Νάθαν, αποδεικνύοντας ότι ήταν ο φυσικός απόγονος του Δαβίδ,xlvii αλλά και ότι ο Ιησούς είχε μια πανανθρωπινη αποστολή για τη σωτηρία των ανθρώπων απ’ όλα τα έθνη (πρβλ. Λουκ. 24:46, 47· Πρξ.1:8· 13:46-48· 26:23· 28:38).

Διαφορετικά ονόματα στους γενεαλογικούς καταλόγους υπάρχουν μόνο από τον Ζοροβάβελ και κάτω, διότι πολλές φορές υπήρχαν διπλά ονόματα στους Εβραίους (π.χ. ο απόστολος Παύλος λεγόταν και Σαύλος ή Σαούλ, ο απόστολος Πέτρος λεγόταν και Κηφάς, Συμεών ή Σίμων, γιος Ιωνά ή Ιωάννη, κ.λπ.) και γινόταν επιγαμίες και υιοθεσίες μεταξύ τους, ώστε, κάποια ονόματα να αλλάζουν σε κάποιους καταλόγους και αρχεία (π.χ. Ζοροβάβελ, γιος του Φεδαία-Σαλαθιήλ). Επίσης, ενδέχεται, ο Ματθαίος να χρησιμοποίησε δημόσιους καταλόγους που επί Ηρώδη καταστράφηκαν και ανασυντάχθηκαν από διάφορες πηγές, ενώ ο Λουκάς ιδιωτικούς καταλόγους αριθμώντας γενεές. Αυτή την εξήγηση υποστήριξαν και αρχαίοι ερμηνευτές, όπως Ιουστίνος, Ωριγένης, Τερτυλλιανός, Ειρηναίος κ.α. Ενδιαφέρουσα είναι και η ερμηνεία-άποψη του εκκλησιαστικού συγγραφέα Ευσέβιου, ο οποίος στηριζόμενος σε πληροφορίες του Ιούλιου του Αφρικανού (2ος αι. μ.Χ.), αναφέρει ότι ο θετός πατέρας του Ιησού, ο Ιωσήφ, ήταν υιοθετημένος και είχε επέλθει ένας ανδραδελφικός γάμος.

Εδώ όμως, όπως και να ’χει, ανακύπτει ένα ενοχλητικό ερώτημα για τον Dawkins και τους αρνητές. Αφού, τα Ευαγγέλια αλλάχτηκαν κατά τον Dawkins, που παραπέμπει στον σκεπτικιστή ιστορικό Bart Ehrman (ο οποίος, σημειωτέον, δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητα όλης της Καινής Διαθήκης, αλλά για ορισμένα χωρία μόνο, τα οποία είναι γνωστά από καιρό στην κριτική του κειμένου της Καινής Διαθήκης),xlviii το ερώτημα που εγείρεται είναι: Γιατί οι αντιγραφείς-νοθευτές-πλαστογράφοι των Ευαγγελίων, αφού υπήρχαν αρχήθεν αυτές οι αντιφάσεις, δεν τις είδαν και δεν τις εξάλειψαν, ώστε να μην εξακολουθούν να υπάρχουν και να κατασκανδαλίζουν σήμερα τον Dawkins και τους άλλους απίστους; Γιατί δεν άλλαξαν τους γενεαλογικούς καταλόγους ώστε να τους εναρμονίσουν κατά το δοκούν;

Και, γιατί να περιλάβουν οι Ευαγγελιστές ή οι πλαστογράφοι, στους γενεαλογικούς καταλόγους του Ιησού, ανυπόληπτες γυναίκες σαν τη Θάμαρ, τη Ρουθ, τη Βηρ-σαβεέ και την πόρνη Ραάβ ως προγόνους του Ιησού, και δεν αναφέρουν μόνο ευυπόληπτους πιστούς άντρες; Ο Pascal με τη διορατικότητα και τη σοφία του, απαντά και αποστομώνει: «Έτσι όλες οι ολοφάνερες αδυναμίες είναι δυνάμεις. Παράδειγμα: οι δυο γενεαλογίες του αγίου Ματθαίου και του αγίου Λουκά. Υπάρχει κάτι πιο ξεκάθαρο, πιο διαφανές ότι αυτό δεν έγινε κατόπιν συμφωνίας;»xlix

Τελικά, εάν όλη η ιστορία του Ιησού είναι μια μυθοκατασκευή με αντιφάσεις, τότε, όπως ορθά παρατήρησε ο Γάλλος φιλόσοφος Frédéric Lenoir, «αν κάποιος είχε θελήσει να επινοήσει ένα μύθο, θα τον είχε κάνει πιο συγκροτημένο! Δεν θα είχε «εφεύρει» τις αντιφάσεις ανάμεσα στα τέσσερα Ευαγγέλια. Και όχι μόνο τις αντιφάσεις αλλά και κάποια ενοχλητικά λόγια, ακατανόητα λόγια, επικίνδυνα για όλους τους θρησκευτικούς θεσμούς… Έπειτα τι ιδέα ήταν και αυτή να επινοήσουν μια θρησκεία που στηρίζεται σε μια αποτυχία τόσο εντυπωσιακή όσο ήταν η αποτυχία του Ιησού, που πεθαίνει στο σταυρό εγκαταλειμμένος από τους ίδιους τους μαθητές του… Με λίγα λόγια, η θέση της πλήρους επινόησης είναι πολύ πιο ανορθολογική από εκείνη της πραγματικότητας της ιστορικής ύπαρξης του Χριστού».l

Αγάπη μόνο σε μια εσω-ομάδα;

Το πόσο ανίδεος στις Γραφές (αν όχι κακόβουλος), είναι ο Dawkins, φαίνεται από τον ισχυρισμό του ότι, ο Ιησούς με το «αγάπα τον πλησίον σου» εννοούσε την (ιουδαϊκή) εσω-ομάδα, και όχι όλους τους ανθρώπους (σελ. 281, 285). Αλλά, αλήθεια, τι ήθελε να διδάξει ο Ιησούς με την παραβολή του καλού Σαμαρείτη (Λουκ. 10:25-37); Γιατί, ο Ιησούς, θεράπευσε την κόρη μιας εθνικής, της συροφοίνισσας (Μρκ. 7:25) και το δούλο του Ρωμαίου εκατόνταρχου (Μτθ. 8:5), αν ενδιαφερόταν μόνο για τους Ιουδαίους και έδειχνε αγάπη μόνο για αυτόυς; Γιατί κήρυξε στη Σαμαρίτισα (Ιωάν. 4:1-12) και γιατί μετέβει στη Δεκάπολη, έξω των ορίων της Γαλιλαίας και της Ιουδαίας, στη χώρα Γεργεσηνών για να κηρύξει (Μρκ. 5:2 επ.) και στη Τύρο και στη Σιδώνα (Μρκ. 7:24-30); Γιατί, έδωσε εντολή να κηρυχθεί το Ευαγγέλιό του σ’ όλα τα έθνη και έως εσχάτου της γης (Μτθ. 24:14, Πρξ. 1:8); Και δεν διάβασε ποτέ του ο Dawkins, ότι ο μεν Μωσαϊκός νόμος απαιτούσε αγάπη των Ιουδαίων και προς τους αλλοεθνείς (Λευιτ.19:34), ο δε Ιησούς, με τον περίφημο «χρυσό κανόνα» δίδαξε «όσα θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, κάνετε και σεις εις αυτούς» (Μτθ. 7:12) και ότι μίλησε για καλά έργα ενώπιον των ανθρώπων (Μτθ. 5:16) από τους μαθητές του, που θα ήταν το φως του κόσμου και το αλάτι της γης (Μρκ. 5:13, 14)! Δεν διάβασε ποτέ τα λόγια του Ιησού, «καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν;» (Ιωάν. 12:32), και ότι θα αφαιρεθεί η βασιλεία από τους Ιουδαίους και θα δοθεί σε έθνος που θα καρποφορεί; (Μτθ. 8:11· 21:43). Ο Ιησούς μίλησε, όχι για αγάπη των μαθητών για μια εσω-ομάδα, αλλά για αγάπη και των εχθρών μας ακόμη (Λουκ. 6:35, Μτθ. 5:42) και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς που μας καταδιώκουν! Όπως ακριβώς έκαναν οι πρώτοι χριστιανοί (Α΄ Κορ. 4:11). Ο δε συνεχιστής της διδαχής του Ιησού, απ. Παύλος, είπε: «Κάνετε καλό προς πάντας μάλιστα δε στους οικείους της πίστεως», και ότι οι απανταχού χριστιανοί πρέπει να είναι ένας «λαός ζηλωτής καλών έργων» (Γαλ. 6:10, Τίτος 2:14). Ο απ. Παύλος επίσης δίδαξε: «Εάν πεινά ο εχθρός σου τρέφε αυτόν, εάν διψά πότιζε αυτόν» σύμφωνα με τα λόγια του Εβραίου Παροιμιαστή, απ’ τον οποίο αντλεί και παραθέτει (Α΄ Κορ. 12:20, Παρ. 25:21, 22). Αυτά, ή δεν τα γνωρίζει ο κύριος Dawkins, ή εσκεμμένως τα παραβλέπει και τα αποσιωπά…

Ο επιφανής ιστορικός των πρωτοχριστιανικών χρόνων Adolf von Harnack, παρατηρεί ότι η αγάπη στον Ιησού συνδέεται άρρηκτα με την ταπεινοφροσύνη, διότι η ταπείνωση είναι η διάνοιξη της καρδιάς προς τον Θεό (πρβλ. παραβολή τελώνου-Φαρισαίου), και η προσευχή ταπείνωσης αποτελεί την πηγή της αγάπης προς τον πλησίον.li Κλείνω, με τα λόγια του:

«Ο Ιησούς με το κήρυγμα του Θεού ως Πατέρα, και με το μοναδικό θάνατό του θεμελίωσε την παγκόσμια θρησκεία… Οι άνθρωποι βρήκαν μα ζωτική αγάπη για τον Θεό και τους ανθρώπους, που μπορεί να περιγραφεί ως χωρίς όρια οικουμενικότητα, παραμερίζοντας οτιδήποτε εξωτερικό (θέση, προσωπικότητα, φύλο, εξωτερική λατρεία κ.λπ.)… Μια από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις στην ιστορία ξεκίνησε και πραγματοποιήθηκε χωρίς κάποια επανάσταση».

Ευαγγέλια γνήσια και απόκρυφα: Έγκυρα εξίσου;

Είπα από την αρχή ότι, τα θέματα που θίγει ο Dawkins για να απαντηθούν-ανασκευαστούν χρειάζονται πολύ χωροχρόνο. Και φοβάμαι ότι, αναγκάστηκα να επεκταθώ πολύ και ίσως κούρασα τον αναγνώστη. Πάντως, πριν τελειώσω, θεωρώ απαραίτητο να επισημάνω μερικά σημεία ακόμη.

  1. Ο Dawkins, κινείται σε τόπους που δεν γνωρίζει, ή εκούσια διαστρέφει. Υποστηρίζει π.χ. ότι οι Γραφές (δηλ. η Π.Δ.), δεν ικανοποιούσαν τον Ιησού, γι’ αυτό κι αυτός παρέκλινε απ’ αυτές απερίφραστα. Ενώ, στην πραγματικότητα, ο Ιησούς κατέκρινε την παρερμηνεία των Γραφών από τους θρησκευτικούς ηγέτες, Φαρισαίους κ.α., και τον στενοκέφαλο νομικισμό τους. Δεν απέρριπτε την Π.Δ. ως βιβλίο. Όπως σημειώνει ο καινοδιαθηκολόγος καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, «πρέπει να δει κανείς ποια ήταν η θέση του Ιησού απέναντι στην Παλιά Διαθήκη. Ο Ιησούς έβλεπε στην Παλιά Διαθήκη ένα κείμενο αυθεντικό και εμπνευσμένο από τον Θεό…»lii Στην επί του Όρους του ομιλία, ο Ιησούς κάνει 21 παραθέσεις από την Π.Δ., ενώ το «γέγραπται στις Γραφές», αναφέρεται πάνω από 80 φορές στα Ευαγγέλια! Εκτός τούτου, συνόψισε όλο το Νόμο και τους προφήτες στην εντολή της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον (Μτθ. 22:37, Μρκ. 12:30) και με τον «χρυσό κανόνα» έκανε το ίδιο (Μτθ. 7:12). Επί πλέον, αναφέρθηκε στο περίφημο Shema των Ιουδαίων: «Άκου Ισραήλ, ο Κύριος ο Θεός μας είναι ένας Κύριος», και το επικύρωσε (Δευτ.6:4, Μρκ. 12:29).
    Ο Ιησούς αντλεί, επίσης, στοιχεία από σχεδόν ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη τα οποία αφορούν σε πρόσωπα και καταστάσεις όπως, στον Άβελ, στο Νώε, στον Αβραάμ, στη διευθέτηση της περιτομής, στα Σόδομα και Γόμορρα, στο Λωτ, στον Ισαάκ, στον Ιακώβ, στο μάννα, στο χάλκινο φίδι στην έρημο, στο Δαβίδ που τρώει τους άρτους της προθέσεως, στο Δαβίδ ως ψαλμωδό, στο Σολομώντα, στον Ηλία, στον Ελισσαιέ, στον Ιωνά, στο Ζαχαρία. Επίσης, κάνει επανειλημμένες αναφορές στον Μωυσή και θέτει τη σφραγίδα της επιδοκιμασίας και αποδοχής του, στα πρώτα 2 κεφάλαια της Γένεσης (Μτθ. 19:4, 5· Μρκ. 10:6-8). Το διερευνητικό του μάτι εποπτεύει ολόκληρη τη βιβλική ιστορία «ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» έως «τῆς γενεᾶς ταύτης» (Λουκ. 11:50, 51).liii

  2. Ο Dawkins θέλει να παρουσιάζει τα κείμενα της Κ.Δ., είτε πλαστά, είτε νοθευμένα, είτε μεταγενέστερα του 1ου αι., γραμμένα από αγνώστους, άρα αναξιόπιστα. Επ’ αυτού ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί τα βιβλία ειδικών οι οποίοι όλοι τους τοποθετούν τη συγγραφή των βιβλίων της Κ.Δ. ανάμεσα στο 50-100 μ.Χ. (παραθέτω μόνον ονόματα: J. T. Robinson, J. Jeremias, W. F. Albright, O. Cullmann, C. Tremontant, F. F. Bruce, E. Yamauchi, Carsten Thiede, Σ. Αγουρίδης, Ι. Καραβιδόπουλος, Μ. Σιώτης, Π. Βασιλειάδης, Γ. Πατρώνος, Γ. Γαλίτης, Σ. Δεσπότης, κ.α.). Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και η Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια στο λήμμα «Βίβλος», αναφέρει ότι τα βιβλία της Κ.Δ. «γράφτηκαν προφανώς κατά το δεύτερο μισό του 1ου και στις αρχές του 2ου αι. Το αρχαιότερο χειρόγραφο που έχει φθάσει ως τις μέρες μας είναι απόσπασμα του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, που χρονολογείται από το 125 μ.Χ.». Σύμφωνα με τον παπυρολόγο Carsten Thiede και τον καινοδιαθηκολόγο J. T. Robinson,liv ολόκληρη η Κ.Δ. γράφτηκε προ του 70 μ.Χ. και μάλιστα μεταξύ 40-70 μ.Χ.lv Κατά δε τον ιστορικό Will Durant, «το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον εκυκλοφόρησε προφανώς όταν μερικοί εκ των αποστόλων ή αμέσων μαθητών του, ευρίσκοντο ακόμη εν ζωή». Σύμφωνα με τον κλασικό φιλόλογο Terence Irwinlvi τα Ευαγγέλια γράφτηκαν ανάμεσα στο 65-100 μ.Χ., οι Πράξεις των Αποστόλων πριν από το θάνατο του Παύλου (64 μ.Χ.) και οι επιστολές του, ανάμεσα στο 50-66 μ.Χ.

  3. Από συστηματική ιστορική-αρχαιολογική έρευνα που έχει γίνει στα τελευταία χρόνια, στον 20ο κυρίως αιώνα, έχει καταδειχθεί με τρόπο αναντίρρητο ότι: η Κ.Δ. παρουσιάζει 32 περιοχές, 54 πόλεις, 9 νησιά, και 15 διάφορους άρχοντες που έζησαν στον 1ο μ.Χ. αιώνα, χωρίς να αποτυγχάνει ή να λαθεύει ούτε μία φορά στην ονομασία.lvii Για τις Πράξεις των αποστόλων ο ιστορικός της Οξφόρδης A. N. Sherwin-White, παρατηρεί: «…Η επιβεβαίωση της ιστορικότητας είναι συντριπτική. Κάθε προσπάθεια ν’ απορριφθεί η ουσιώδης ιστορικότητά της πρέπει τώρα να θεωρηθεί άτοπη».lviii

Κλείνω με την κρίση του επιφανούς ανατολιολόγου William F. Albright:

«Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι μία περίοδος μεταξύ είκοσι και πενήντα χρόνων είναι πολύ μικρή για να μπορέσει να γίνει οποιαδήποτε υπολογίσιμη αλλοίωση του ουσιαστικού περιεχομένου και μάλιστα της συγκεκριμένης διατύπωσης των λόγων του Ιησού».lix

  1. Τέλος, σημειώνω ότι τα απόκρυφα Ευαγγέλια, στα οποία προσφεύγει ο Dawkins για να θολώσει τα νερά, δεν μπορούν να αποτελέσουν σοβαρές πηγές για ν’ αντλήσουμε πληροφορίες για τον ιστορικό Ιησού. Και τούτο, για τρεις βασικούς λόγους: α) Όλα τους προέρχονται από το τέλος του 2ου, αρχές και τέλος του 3ου αιώνα μ.Χ. Είναι πολύ μεταγενέστερα των κανονικών. β) Είναι ψευδεπίγραφα και δεν έχουν καμία σχέση με τα ονόματα των πραγματικών μαθητών του Ιησού (π.χ. Ευαγγέλιο Πέτρου, Θωμά, Μαρίας Μαγδαληνής, Φιλίππου, Ιούδα κ.λπ.). γ) Αντιφάσκουν με τα όσα διδάσκουν τα γνήσια βιβλία της Κ.Δ. για τον Ιησού και μάλιστα, διαστρέφουν την γνωστή εικόνα που έχουμε γι’ αυτόν. Αυτό γίνεται κυρίως στα γνωστικά ευαγγέλια που είχαν προπαγανδιστικό σκοπό διάδοσης της διδασκαλίας των Γνωστικών.lx Γι’ αυτούς τους λόγους τα απόκρυφα, αυτο-αποκλείστηκαν και από την Κ.Δ. Οι πρώτοι χριστιανοί γνώριζαν ότι δεν ήταν γνήσια. Δεν τα απέβαλε καμία σύνοδος, ούτε τα γνήσια τα επέβαλε ο Μέγας Κωνσταντίνος αποκλείοντας άλλα, όπως πιστεύουν και ισχυρίζονται μερικοί (Dan Brown).lxi Οι λεγόμενοι Αποστολικοί Πατέρες, παραθέτουν ή παραπέμπουν από τα κανονικά Ευαγγέλια, τις Πράξεις ΑΠ. Και την Α΄ Κορινθίους. Έτσι, ο Κλήμης Ρώμης (γ. 100 μ.Χ.) παραθέτει τα Ευαγγέλια (επιστολή προς Κορινθίους, 13, 42, 46). Ο Ιγνάτιος (γ. 110-115 μ.Χ.) παραθέτει το Λουκάς 24:39 (προς Σμυρναίους επιστολή, 3). Ο Πολύκαρπος (γ. 115 μ.Χ.) αναφέρεται στα Συνοπτικά Ευαγγέλια (Φιλιπ. 2, 7). Η Διδαχή των 12 Αποστόλων παραθέτει από τα Συνοπτικά Ευαγγέλια (1, 3, 8, 9, 15, 16). Ο Παπίας (γ. 125-140 μ.Χ.) στα έργο του (Λογίων Κυριακών Εξηγήσεις) του, ομιλεί για τους Ματθαίο, Μάρκο (μαθητή του Πέτρου) και Ιωάννη. Γενικά, όλοι αυτοί γνωρίζουν και δέχονται ως γνήσια και κανονικά τα γνωστά Ευαγγέλια. Στο Ευαγγέλιο του Λουκά και του Ματθαίου (Λουκ. 10:7, 10:10) παραπέμπει και η Α΄ Τιμόθεο 5:18, του αποστόλου Παύλου, πράγμα που προϋποθέτει την καταγραφή του προ του θανάτου του (64-67 μ.Χ.). Αλλά και ο Ιουστίνος ο μάρτυς (100-163 μ.Χ.) στην Α΄ απολογία του (67:3), μνημονεύει τα τέσσερα Ευαγγέλια, όπως και ο Ειρηναίος (περ. 170 μ.Χ.) που μιλάει για το «τετράμορφο Ευαγγέλιο». Το σχόλιο του N. T. Wright είναι διαφωτιστικό: «Αυτοί που ρίχτηκαν στα λιοντάρια δεν διάβαζαν το «ευαγγέλιο του Θωμά» ή την υποθετική (πηγή) Q, ή το «ευαγγέλιο της Μαριάμ». Διάβαζαν τον Ματθαίο, τον Μάρκο, τον Λουκά, τον Ιωάννη και τα υπόλοιπα, και έτσι ενισχύονταν στον ανατρεπτικό τρόπο πίστης και ζωής… η οποία απειλούσε την τότε ρωμαϊκή αυτοκρατορία και τις ειδωλολατρικές κοσμοθεωρίες…»

Ιησούς—σημείο αντιλεγόμενο

Άφησα τελευταία να εξετάσω τον ισχυρισμό του Dawkins ότι, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι οι Ευαγγελιστές δεν γνώρισαν προσωπικά τον Ιησού, και ότι ο ίδιος ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι είχε θεϊκή υπόσταση. Και ο ισχυρισμός αυτός, όπως και οι άλλοι, διαψεύδεται και καταρρίπτεται παταγωδώς. Πριν απ’ όλα όμως, είναι εξόχως αντιφατικός. Αφού, ο Ιησούς κατά τον Dawkins δεν υπήρχε, ήταν μυθοκατασκευή, πώς ήταν δυνατόν να τον γνωρίσει προσωπικά ο οιοσδήποτε, και άρα, οι Ευαγγελιστές;… Αλλά έστω… Ας προχωρήσουμε. Πολύ συνοπτικά αναφέρομαι στο ότι, από εσωτερικές και εξωτερικές μαρτυρίες προκύπτει ότι ο Ματθαίος και ο Ιωάννης ήταν αυτόπτες μάρτυρες των λόγων και των γεγονότων του Ιησού (Μτθ. 9:9, Ιωάν. 19:35) και ο Μάρκος, πιθανόν να ήταν ο νεανίσκος με το σεντόνι που αναφέρεται στο Ευαγγέλιό του (Μρκ. 14:51). Ο Ιωάννης Μάρκος είδε και γνώρισε από κοντά τον Ιησού, έγραψε δε, από πληροφορίες που έλαβε από πρώτο χέρι, από τον απ. Πέτρο, κατά τη μαρτυρία του Παπία (γύρω στο 140 μ.Χ.) και του Ειρηναίου (γ. 175 μ.Χ.).lxii Ο ιατρός Λουκάς, βεβαίως, δεν ήταν άμεσος μαθητής, αλλά έκανε σπουδαία έρευνα για να καταγράψει το Ευαγγέλιό του όπως προκύπτει από τον πρόλογό του (Λουκ. 1:1-4).lxiii Άκουσε και έμαθε από πολλούς αυτόπτες μάρτυρες. Γι’ αυτό και κάποιοι ερευνητές τον ονομάζουν τον «Θουκυδίδη της Χριστιανοσύνης», πρώτης τάξης ιστορικό!lxiv Ο Ιωάννης εξάλλου, στην Α΄ επιστολή του, μαρτυρεί ότι αυτός και άλλοι μαθητές είδαν τον Ιησού και εψηλάφησαν τον Λόγο της ζωής (1:1-3).lxv

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Dawkins ότι ο Ιησούς ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι είχε θεία προέλευση και υπόσταση, αρκεί να υπενθυμίσω, ότι, ανεξάρτητα από το τι πίστευαν γι’ Αυτόν οι μαθητές του, ο Ιησούς δίδαξε και απέδειξε ότι ήταν «Υιός Θεού εν δυνάμει» με μοναδική έννοια, όπως καταφαίνεται από τα επόμενα:

α) Ο Ιησούς είχε πλήρη αυτοσυνειδησία της μεσσιανικής του ιδιότητας (Μτθ. 16:16-19, Ιωάν. 4:25). Εφάρμοζε στον εαυτό του την έκφραση «υιός ανθρώπου» με απόλυτη μεσσιανική έννοια. Σπάνια χρησιμοποιούσε την έκφραση «υιός Θεού». Αλλά, η πρώτη, είναι η πιο ισχυρή και καθαρή ταύτιση του με τον αναμενόμενο Μεσσία του Ισραήλ (Δαν. 7:13 επ· Μρκ. 14:62).lxvi Σημειώνω ότι αυτή η έκφραση, «υιός του ανθρώπου», περί του Ιησού Χριστού, δεν υπάρχει στις επιστολές των μαθητών. Μόνο ο πρωτομάρτυρας Στέφανος τη χρησιμοποίησε (Πρξ. 7:56). Μετά το 33 μ.Χ., δεν επανεμφανίζεται από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης—άλλο ένα τεκμήριο της αξιοπιστίας των Ευαγγελίων και των λόγων του Ιησού.

β) Εφάρμοσε στον εαυτό του μεσσιανικές προφητείες (Ησ. 61:2, Λουκ. 4:18, 24:27, 44· Μτθ.12:1 επ.), αλλά και ο ίδιος προφήτευε το μέλλον και τα λόγια του εκπληρώθηκαν στο πλήρες (Μτθ. κεφ. 24, Μρκ. 13, Λουκ. κεφ. 21 ιδιαίτερα για την τύχη της Ιερουσαλήμ και τον σ’ όλα τα έθνη διασκορπισμό των Εβραίων).lxvii

γ) Έκανε θαύματα και τα απέδιδε στο Άγιο Πνεύμα που είχε, ως Μεσσίας-Υιός Θεού, με μοναδική σχέση με τον Πατέρα (Μτθ. 12:18, 28, Λουκ. 11:20).

δ) Ισχυρίστηκε ότι ήταν αναμάρτητος. «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» (Ιωάν. 8:46).

ε) Συγχωρούσε αμαρτίες τρίτων, πράγμα που κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε και τολμούσε να κάνει παρά μόνον, ο Θεός, ή άμεσος θείος εκπρόσωπός του επί γης (Μρκ. 2:7 επ.· Λουκ. 7:48).

στ) Ανεγνώρισε ότι είχε προ-ανθρώπινη και θα είχε μετ’ ανθρώπινη ύπαρξη (Ιωάν. 8:8, 17:5, Μτθ. 28: 18, 19, Μρκ. 14:62) και είχε αγγέλους υπό την εξουσία του (Μτθ. 13:41, 25:31), τους οποίους θα χρησιμοποιούσε για κρίση στη συντέλεια του αιώνος.

ζ) Ισχυρίστηκε ότι όλα όσα είχε ο Πατέρας ήταν δικά του: «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστιν» (Ιωάν 16:15).

η) Διακήρυξε ότι από τη στάση που θα πάρουν οι άνθρωποι απέναντι στο πρόσωπό του και το έργο του, θα κριθεί η αιώνια τύχη τους (Ιωάν. 6:40· 8:51· 15:22).

θ) Ισχυρίστηκε ότι ο ουρανός και η γη μπορούσαν να παρέλθουν αλλά όχι τα λόγια του (Μτθ. 24:35), χρησιμοποιώντας στην καθημερινότητα τη λέξη «αμήν» (π.χ. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν»), πράγμα που κανείς Ιουδαίος δεν τολμούσε να πει και δεν είπε. Ούτε ραβίνος, ούτε προφήτης, ούτε κανείς άλλος. Διότι, το να επικαλείται τη δική του αυτό-μαρτυρία (και όχι τη μαρτυρία άλλων, δύο ή τριών μαρτύρων) ήταν κάτι το πλήρως πρωτότυπο και επαναστατικό.

ι) Ισχυρίσθηκε ότι ήταν Θεός, Υιός του Θεού με μία μοναδική έννοια, και σε απόλυτη ενότητα με τον Πατέρα (Ιωάν. 10:25-39).

κ) Δίδαξε ότι θα πραγματοποιούσε ανάσταση νεκρών και θα έδινε αιώνια ζωή στους πιστούς του (Ιωάν. 5:16-18, 10:25-39).

λ) Είχε την πεποίθηση ότι θα πέθαινε και θα ανασταινόταν τρεις μέρες μετά (Μτθ. 12:40· 16:21).

Τέλος, σημειώνω ότι, όχι μόνο απόστολοι και άμεσοι μαθητές πίστευαν στη θεότητα του Ιησού, αλλά από εξωβιβλικές πηγές, όπως αυτή της επιστολής του Ρωμαίου Διοικητή Πλινίου προς τον αυτοκράτορα Τραϊανό (γ. στο 110 μ.Χ.), και από τις επιστολές του Ιγνατίου της Αντιοχείας (110 μ.Χ.) φαίνεται ότι, οι πρώτοι Χριστιανοί θεωρούσαν τον Ιησού θείο ον (quasi deus).lxviii

Όλα τα παραπάνω, διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του Dawkins και επαληθεύουν την άποψη του πρώην άθεου και μετέπειτα υπέρμαχου του Χριστιανισμού, C. S. Lewis. Ένας άνθρωπος που ισχυρίζεται και διενεργεί τα παραπάνω, είναι η ψεύτης ή τρελός ή Θεός! Δεν μπορούσε απλά να κάνει λάθος, δεν μπορούσε να ήταν ένας ειλικρινής παραπλανημένος, διότι παρόμοια λόγια και έργα δεν έκανε κανείς «σοφός δάσκαλος» π.Χ. ή μ.Χ. Ούτε ο Σωκράτης ούτε ο Πυθαγόρας, ούτε ο Βούδας, Κομφούκιος, Μωάμεθ κ.λπ. Η άποψη ότι ο Ιησούς ήταν αυτό που ισχυριζόταν ότι ήταν, δηλαδή, με μοναδική έννοια Υιός Θεού, και όχι ψεύτης ή φρενοπλάνος ή θύμα αυταπάτης, είναι η πιο λογική, η πιο σωστή και η πιο ικανοποιητική, που συμφωνεί με τη συνολική εικόνα που έχουμε για το πρόσωπο του Ιησού, τόσο από τις Άγιες Γραφές όσο και από όλες τις συγκλίνουσες μαρτυρίες γι’ Αυτόν. Όπως σημειώνει ο λόγιος και φιλόσοφος William Lane Craig: «Εδώ πρόκειται για έναν άνθρωπο ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του ως υιό Θεού με ένα μοναδικό τρόπο, ισχυριζότανε ότι μιλούσε και ενεργούσε με θεϊκή εξουσία, έκανε θαύματα και πίστευε ότι το αιώνιο μέλλον των ανθρώπων εξαρτιόταν από το εάν πίστευαν σ’ Αυτόν».lxix Ο Ιησούς της Γαλιλαίας είναι μοναδικό φαινόμενο στην παγκόσμια ιστορία, συνδυασμού σοφίας και διανοητικής ισορροπίας, αγιότητας ζωής, πρωτότυπης διδασκαλίας, θαυματουργίας από αγάπη και ευσπλαχνία, αυτό-θυσιαστικού θανάτου, αντικειμένου και υποκειμένου προφητείας.

Συμπερασματικά, βλέπουμε ότι οι γνώσεις του Dawkins σε θεολογικό-ιστορικά θέματα είναι ελάχιστες και εκούσια διαστρεβλωμένες λόγω ιδεοληψίας. Θέλοντας να είναι δάσκαλος, ο Dawkins αποδεικνύεται ότι δεν γνωρίζει ούτε τι λέγει, ούτε και περί τίνων διισχυρίζεται (πρβλ. Α΄ Τιμ. 1:7). Όπως συμπεραίνει ο μαρξιστής Terry Eagleton, το να διαβάζει κανείς τα γραφόμενα του Dawkins περί θεολογίας, είναι σαν να ακούει «κάποιον να μιλάει για τη Βιολογία, του οποίου οι μόνες γνώσεις για το θέμα είναι το Βιβλίο των Πουλιών της Μ. Βρετανίας».lxx

Ιησούς: Το κέντρο και η στρόφιγγα της ιστορίας

Τελειώνω εδώ, με κάτι που ίσως έπρεπε να πω από την αρχή. Ο Dawkins πέφτει σε κραυγαλέα αντίφαση με το να υποστηρίζει απ’ τη μια ότι ο Ιησούς είναι μυθολογική φιγούρα, δεν έκανε θαύματα και η πίστη σ’ Αυτόν είναι παράλογη, και από την άλλη (εάν υπήρξε) ότι ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ηθικούς καινοτόμους της ιστορίας! Ωστόσο, την ιστορική ύπαρξη, την αξία και τη σημασία του Ιησού Χριστού για την ανθρωπότητα, την αναγνώρισαν και την αναγνωρίζουν οι πάντες. Αφήνω εδώ κατά μέρος τα εκατομμύρια των χριστιανών, τους Απολογητές, τους πατέρες της εκκλησίας, τους μάρτυρες, τους αγίους… Ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ, Τον κατέταξαν στους προφήτες τους. Ακόμα και ο Νίτσε, εξέφρασε το θαυμασμό του λέγοντας: «Υπήρξε μόνο ένας χριστιανός, ο Ιησούς, και αυτός πέθανε επί του σταυρού!». Ως και ο Χίτλερ, τον αναγνώρισε ως μεγάλο ιδρυτή της νέας θεωρίας του Χριστιανισμού.lxxi Χριστιανομάχοι, βεβαίως, και αντί-χριστοι θορυβοποιοί, όπως ο Κέλσος, ο Πορφύριος, ο Ιουλιανός, ο Ingersoll, ο Tomas Paine, κ.α., τους οποίους επαναλαμβάνει και μιμείται ο Dawkins, ήρθαν και παρήλθαν. Αλλά το όνομά τους λησμονήθηκε μετά από κάποια χρόνια ή βρίσκεται απλά στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας». Δεν επηρεάζουν κατά «ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία»lxxii την ανθρωπότητα, παρά μόνο κάποιους, ελάχιστους, οπαδούς-ομοϊδεάτες τους.lxxiii

Ένας απ’ αυτούς τους χριστιανομάχους είναι και ο φονταμενταλιστής νεο-αθεϊστής Richard Dawkins, εφόσον αρνείται την ιστορική ύπαρξη, τη διδασκαλία, το κύρος και το μεγαλείο του Ιησού, που αναγνώρισαν δεκάδες σοφοί ανά τους αιώνες, ανάμεσα στους οποίους είναι οι Gottfried Wilhelm von Leibniz, Jean-Jacques Rousseau, Robert Boyle, Hugo Grotius, Desiderius Erasmus, Blaise Pascal, Isaac Newton, Søren Kierkegaard, Johann Wolfgang Goethe, George Hegel, Fyodor Dostoyevsky, Leo Tolstoi, William Gladstone, Albert Einstein, Robert Millikan, Arthur Compton, James C. Maxwell, Mahatma Gandhi, Max Weber, Erich Fromm, Carl Friedrich von Weizsäcker, Wilhelm Reich, Carl Gustav Jung, Paul Claudel, Gabriela Mistral, François Mauriac, Oscar Wilde, Khalil Gibran, Albert Schweitzer, Martin Buber, Giovanni Papini κ.α.,lxxiv και θέλει να χωρίζεται ο χρόνος σε π.Δ. και μετά μ.Δ., δηλ. προ Δαρβίνου και μετά Δαρβίνον!

Αλλά ο Dawkins, μη αναγνωρίζοντας ότι «ο Ιησούς είναι το κέντρον και η στρόφιγγα της ιστορίας» όπως επιτυχώς τον χαρακτήρισε ο Γερμανός φιλόσοφος Hegel, πέτυχε εκείνο που είπε ο Ιησούς για τους αντιπάλους του: Ότι ο ίδιος είναι Λίθος, Ογκόλιθος. «Καὶ ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται (=θα τσακιστεί)· ἐφ’ ὃν δ’ ἂν πέσῃ λικμήσει (=θρυμματίσει) αὐτόν» (Μτθ. 21:44· πρβλ. Ρωμ. 9:33).

Και αυτό συμβαίνει, διότι, ο Dawkins ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που θεωρούν τον εαυτό τους, όπως ορθά επεσήμανε ο πρώην άθεος Giovanni Papini, σπουδαιότερο από τον Ιησού της Ναζαρέτ. Ο οποίος, όμως, εξακολουθεί επί 2.000 χρόνια να βασιλεύει στις ζωές και στις καρδιές των ανθρώπων αδιακρίτως φυλής, φύλου, χρώματος και εθνικότητας. Και αυτό το γεγονός, πληγώνει τη ματαιοδοξία των δοκησίσοφων αρνητών Του, στους οποίους προεξάρχουσα θέση καταλαμβάνει ο υπ’ αριθμόν 1 δημόσιος διανοούμενος Richard Dawkins.

 

Παράρτημα

Η απίστευτη εικοτολογία του Richard Dawkins

 

Η πίστη είναι ένα είδος
διανοητικής ασθένειας

Richard Dawkins

Όπως είδαμε ο R. Dawkins στα γραπτά του, αλλά και στον προφορικό δημόσιο λόγο του, εμφανίζεται ως ειδικός επιστήμων, που στηρίζεται τάχα στην επιστήμη κυρίως, για να εκφέρει γνώμη και που, υποτιμά τη θρησκεία και την πίστη και επιτίθεται δημόσια εναντίον του φονταμενταλισμού και των θρησκευτικών μύθων και δεισιδαιμονιών.

Ωστόσο, η προηγηθείσα έρευνα νομίζω κατέδειξε ότι, οι γνώσεις του Dawkins πάνω στα θεολογικά και βιβλικά θέματα είναι ελλιπέστατη, και η κριτική του στον χριστιανισμό και στις κύριες διδασκαλίες του, εμπαθής και διάτρητη. Κάτι χειρότερο: είναι μεροληπτική και στηρίζεται κυρίως σε εικοτολογίες. Με άλλα λόγια, δεν είναι επιστημονική κριτική που στηρίζεται σε σίγουρες πηγές και αποδείξεις ή ιστορικές μαρτυρίες.

Το γεγονός αυτό δεν είναι παράδοξο. Ο Dawkins είναι αθεϊστής ιδεολόγος, και στην προσπάθειά του να προβάλλει και να διαδώσει την ιδεολογία του, δεν διστάζει να διέλθει μέσα μη επιστημονικά, συγχέοντας την αυστηρή επιστημονική γνώση με την εικοτολογία και την πίστη (!), ναι, την πίστη που αυτός καταδικάζει (!) καταλήγοντας στην απιστία. Και αυτό το κάνει όχι μόνο σε θέματα μη ειδικότητάς του, όπως αυτά που εξετάσαμε, αλλά και σε θέματα ειδικότητάς του και φυσικών επιστημών τα οποία άπτεται σε διάφορα βιβλία του.

Σ’ αυτό το σημείο, ακολουθεί κατά πόδας, τον πάτρωνά του τον Δαρβίνο, που κι αυτός για να στηρίξει και να θεμελιώσει τις διάφορες θεωρίες του, κατέφευγε συχνά σε υποθέσεις, αοριστολογίας και εικοτολογίας. Όπως έχει υπολογισθεί στα δυο βασικά έργα του «Η καταγωγή των ειδών» και «Η καταγωγή του ανθρώπου», ο Δαρβίνος χρησιμοποίησε πάνω από 800 φορές τις λέξεις: υποθέτω, νομίζω, ίσως, θα πρέπει, μου φαίνεται ότι, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, φανταζόμαστε κ.άλλ., υποδηλώνοντας την βαθειά άγνοιά του σε πλείστα θέματα, την οποία ομολογούσε ευθαρσώς ενίοτε. Με μια όμως ουσιώδη διαφορά: ο Δαρβίνος παραδεχόμενος την άγνοιά του, δεν απέκλεισε το Θεό-δημιουργό, ο οποίος έθεσε νόμους στην ύλη και παρήγαγε από μία ή λίγες μορφές ζωής όλες τις άλλες και διαμέσου της εξέλιξης ‘ξεπρόβαλε ο άνθρωπος, το θαύμα και η δόξα του Σύμπαντος’ (βλ. Η καταγωγή των ειδών, εκδ. Γκοβόστη, σ.505, 507). Ο Δαρβίνος καθ’ ομολογίαν του, δεν ήταν άθεος αλλά αγνωστικιστής (πρβλ. Αυτοβιογραφία, σελ. 163, 165) και αναγνώρισε μεταξύ άλλων και την αξία του Χρυσού Κανόνα που διεκήρυξε ο Ιησούς: «Να φέρεστε στους άλλους όπως θα θέλατε να φέρονται κι εκείνοι σε εσάς» (Η καταγωγή του ανθρώπου, σελ. 143).

Ο Dawkins, παρόλο που εμμέσως παραδέχεται την άγνοιά του στα κρίσιμα θέματα της προέλευσης της ζωής, του ευκαρυωτικού κύτταρου, της συνειδητότητας του ανθρώπου κ.άλλ., προχωράει στην απόρριψη του Θεού-Δημιουργού (όπως και στην απόρριψη του Ιησού και του Χριστιανισμού), με νεφελώδεις υποθέσεις, άφθονες εικοτολογίες και τη χρήση φαντασίας ακόμη!

Για του λόγου το αληθές, παραθέτω μερικά αποσπάσματα από τα βιβλία του, όπου φαίνεται καθαρά όχι μόνο η απίστευτη εικοτολογία του, αλλά και η εμπάθειά του ακόμη καθ΄ ομολογίαν του. Υπογραμμίζω με μαύρα γράμματα τις λέξεις που αποκαλύπτουν τις εικοτολογίες του.

Από το βιβλίο του Η περί Θεού αυταπάτη, σταχυολογώ:

«Η ανθρώπινη αρχή όπως και η φυσική επιλογή αποτελεί εναλλακτική υπόθεση απέναντι στην υπόθεση του σχεδίου… Η ζωή πρέπει να δημιουργήθηκε στο νερό, και η προέλευσή της υπήρξε ίσως εξαιρετικά απίθανο συμβάν. Η δαρβινική εξέλιξη προχωρεί απρόσκοπτα αφότου δημιουργήθηκε η ζωή … Αλλά η αυθόρμητη εμφάνιση του πρώτου μορίου κληρονομικότητας κατά τύχη θεωρείται από πολλούς απίθανη. Ίσως είναι απίθανη, πολύ απίθανη… Η προέλευση της ζωής αποτελεί αντικείμενο έρευνας που ανθεί, αν και συχνά αφορά εικασίες. Η απαιτούμενη ειδικότητα είναι η χημεία… οι χημικοί αναφέρουν ότι κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια νέα απαρχή ζωής στο εργαστήριο. Εν τούτοις, αυτό δεν έχει συμβεί ακόμα, και προς το παρόν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η πιθανότητα να συμβεί είναι και πάντα ήταν εξαιρετικά χαμηλή – μολονότι συνέβη ήδη μία φορά… Η ζωή θα πρέπει να έχει εμφανιστεί σε 1 δισεκατομμύριο πλανήτες – ένας από τους οποίους, φυσικά, είναι η Γη… Μπορούμε με ασφάλεια να προβλέψουμε, εάν περιμένουμε αλλά 10 εκατομμύρια χρόνια, πολλά εντελώς νέα είδη θα είναι εξίσου καλά προσαρμοσμένα στον τρόπο ζωής τους όσο το σημερινό… Εν τούτοις, είναι πιθανό η προέλευση της ζωής να μην αποτελεί το μοναδικό μεγάλο κενό στην ιστορία της εξέλιξης… η προέλευση του ευκαρυωτικού κυττάρου… υπήρξε ακόμη πιο κοσμοϊστορικό, δύσκολο και στατιστικά απίθανο βήμα απ’ ό,τι η προέλευση της ζωής. Η προέλευση της συνείδησης αποτελεί πιθανόν ένα άλλο μεγάλο κενό του οποίου η γεφύρωση υπήρξε εξίσου απίθανη (σελ. 163-167).

Στις λίγες αυτές σελίδες ο αναγνώστης μπορεί να επισημάνει γύρω στις 10 υποθετικές φράσεις – εικοτολογίες, σε θεμελιώδη επιστημονικά θέματα! Αλλά ας συνεχίσουμε την αναζήτηση σε άλλα κείμενα του Dawkins. Κι εκεί παρατηρούμε το ίδιο εκπληκτικό φαινόμενο.

Διαβάζουμε και πάλι:

«Η εξήγηση της καταγωγής της ζωής που θα δώσω, είναι κατ’ ανάγκη θεωρητική: σίγουρα δεν υπήρχε κανείς εκεί για να δει τι συνέβη… Η απλουστευμένη εξήγηση που θα δώσω ίσως να μην απέχει πολύ από την αλήθεια. Δεν ξέρουμε τις χημικές πρώτες ύλες που βρίσκονται άφθονες στη Γη πριν από την εμφάνιση της ζωής. Πιθανότατα υπήρξε νερό, διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο και αμμωνία… Με ανάλογες διαδικασίες δημιουργήθηκε η ‘αρχέγονη σούπα’, η οποία όπως πιστεύουν οι βιολόγοι και οι χημικοί, συνιστούσε τις θάλασσες πριν από τρία ή τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια. Οι οργανικές ουσίες συμπυκνώθηκαν τοπικά, πιθανώς σε ξηραινόμενες λιμνούλες ή αποθέτονταν στις ακτές σε μικρές αιωρούμενες σταγόνες…

Κάποτε, εντελώς τυχαία σχηματίστηκε ένα ιδιαίτερα σημαντικό μόριο. Θα το ονομάσω αυτοαντιγραφέα… Στην πραγματικότητα, δεν είναι τόσο δύσκολο (όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως) να φανταστεί κανείς ένα μόριο που να κατασκευάζει αντίγραφα του εαυτού του . αρκεί να παρουσιαζόταν μια φορά μόνο. Φανταστείτε τον σαν ένα μεγάλο μόριο… Υποθέστε τώρα ότι κάθε δομικός λίθος του μεγαλομορίου έχει κάποια συγγένεια με έναν όμοιό του… Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι αυτά τα μικρά μόρια ενώνονται μεταξύ τους… Αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να συνεχιστεί με συνεχές στοίβαγμα στρώματος πάνω σε στρώμα… Θα μπορούσε όμως, οι δυο αλυσίδες να διαχωριστούν… ένα πολυπλοκότερο ενδεχόμενο είναι πιθανό, στην αρχή μέσα στην σούπα να μην υπήρχε σε αφθονία κανένα συγκεκριμένου τύπου πολύπλοκο μόριο… Κι έτσι φαίνεται πως φτάνουμε σ΄ έναν μεγάλο πληθυσμό εντελώς όμοιων αντιγράφων … Δεν ξέρουμε επακριβώς τον τρόπο με τον οποίο τα αρχικά αντιγραφικά μόρια κατασκεύαζαν τα αντίγραφά τους…»

Τα παραπάνω λόγια προέρχονται από το βιβλίο του το Εγωιστικό γονίδιο (σελ. 47-51), όπου καταμετρούνται 15 υποθετικές λέξεις, φράσεις-εικοτολογίες… Δε μπήκα στον κόπο να καταμετρήσω στις υπόλοιπες σελίδες του βιβλίου, που είμαι σίγουρος ότι κι εκεί ο προσεχτικός παρατηρητής θα εντοπίσει περισσότερα.

Η ίδια τακτική ακολουθείται και στο βιβλίο του Τυφλός Ωρολογοποιός. Εκεί διαβάζουμε ότι ο Dawkins δεν είναι απροκατάληπτος αλλά υποστηρίζει τις απόψεις του, όταν πιστεύει ότι είναι ορθές και μάλιστα με πάθος χρησιμοποιώντας την φαντασία, στοιχεία που δεν έχουν χώρο στην επιστήμη, όπου κυριαρχεί η παρατήρηση, το πείραμα, η αντικειμενικότητα, η ειλικρίνεια, η εντιμότητα και η ταπεινοφροσύνη λόγω άγνοιας.

Ιδού μερικές αποκαλυπτικές φράσεις και από το βιβλίο αυτό:

«Θα πρέπει να ομολογήσω, λοιπόν, ότι το βιβλίο που έχετε στα χέρια σας όχι μόνο δεν είναι αμερόληπτο, αλλά σε ορισμένα σημεία του έχει γραφτεί με τέτοιο πάθος, που θα μπορούσε να προκαλέσει διάφορα σχόλια σε ένα επιστημονικό περιοδικό… θέλει να πείσει… Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι ο δαρβινισμός ισχύει όχι μόνο στον πλανήτη μας αλλά και σε όλο το σύμπαν όπου υπάρχει ζωή… Μπορεί οι απόψεις μου να μην είναι πάντοτε σωστές αλλά ενδιαφέρομαι με πάθος για την αλήθεια και δεν λέω ποτέ κάτι για το οποίο δεν πιστεύω ότι είναι σωστό… Θα ʾλεγε κανείς ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος σχεδιάστηκε (από ποιον άρα γε;) ειδικά με τέτοιο τρόπο ώστε να παρανοεί το δαρβινισμό και να δυσκολεύεται να τον πιστέψει… Χρειάζεται μια προσπάθεια φαντασίας για να δραπετεύσει από τη φυλακή της οικείας χρονικής κλίμακας. Χρειάστηκε ένα πολύ μεγάλο άλμα φαντασίας για να καταλάβουν ο Δαρβίνος και ο Wallace… Πρόκειται για άλμα φαντασίας!» (σελ. 20-23).

Στο βιβλίο του Το μεγαλύτερο θέαμα στη γη (2009) διαβάζουμε ότι: «Δεν καταγόμαστε από τους χιμπατζήδες, είναι όμως μάλλον ασφαλής η πρόβλεψη ότι ο κοινός πρόγονος που μοιραζόμαστε έμοιαζε περισσότερο με χιμπατζή παρά με άνθρωπο... Έχοντας αυτές τις πιθανότητες κατά νου ας εξετάσουμε ορισμένα από τα πολλά αφρικανικά απολιθώματα που διαθέτουμε σήμερα, αλλά δεν ήταν διαθέσιμα στον Δαρβίνο… Δυστυχώς διαθέτουμε μόνο θραύσματα από το κρανίο της Λούσι… μπορούμε να συμπεράνουμε ότι βάδιζε όρθια, πιθανότατα όμως αναζητούσε καταφύγια και στα δέντρα … Είναι όμως δύσκολο να γίνει μια αυθεντική ολοκληρωμένη αναπαράσταση… βάδιζαν όρθιοι (η Λούσι και το είδος της) στα πίσω πόδια όπως κι εμείς – το δέντρο από τα τρία υποθετικά σενάρια μας… Αντικείμενο διχογνωμίας αποτελούν επίσης συχνά τα ονόματα γένους και είδους, τα οποία αλλάζουν τακτικά με αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις της επιστημονικής βιβλιογραφίας… Ένα από τα βασικά συμπεράσματα αυτού του κεφαλαίου έχει να κάνει με την αυθαίρετη αν μη τι άλλο φιλοσοφία των ζωολογικών ταξινομήσεων… Ας περάσω τώρα στο επόμενο σημαντικό θέμα μου, σχετικά με τους υποτιθέμενους χαμένους κρίκους και την αυθαίρετη ονομασία (σελ. 221-227).

Κοντολογίς, ο Dawkins, ομολογεί ότι, δεν είναι αμερόληπτος, ότι χρησιμοποιεί την υπόθεση και τη φαντασία ακόμη, αλλά και ότι ‘στην ιστορία της επιστήμης έχουν υπάρξει στιγμές κατά τις οποίες ολόκληρο το ορθόδοξο επιστημονικό οικοδόμημα ανατράπηκε δίκαια από ένα μοναδικό «άβολο γεγονός»…’ (Ο Τυφλός Ωρολογοποιός, σελ. 450). Αλλού παραδέχεται ότι «πρέπει να αναγνωρίσουμε την πιθανότητα ότι νέα δεδομένα μπορεί να βγουν στο φως, τα οποία θα αναγκάσουν τους διαδόχους μας στον 21ο αιώνα να εγκαταλείψουν τον Δαρβινισμό…» (Ο Εφημέριος του Διαβόλου, σελ. 132).

Παρόλα τα παραπάνω, δεν διστάζει να μιλήσει με βεβαιότητα ότι, κανένας σοβαρός βιολόγος δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η εξέλιξη έχει συμβεί, αν και αναγνωρίζει και άλλες εναλλακτικές θεωρίες, όπως είναι της εστιγμένης ισορροπίας, ο λαμαρκισμός, ο ουδετερισμός, ο μεταλλακτισμός, ο δημιουργισμός στη θέση της δαρβινικής επιλογής (όπ. παρ. σελ. 441).

Οι υποθέσεις, τα κενά, οι αντιφάσεις, η ομολογημένη άγνοια και, κυρίως, η υπερχειλίζουσα εικοτολογία στις σκέψεις του Dawkins, είναι εμφανέστατες σε όποιον διαθέτει παρατηρητικότητα και αμεροληψία. Και, φυσικά, ισχύει αυτό που επεσήμανε ο φυσικός Alister McGrath, στο βιβλίο του Ο Θεός του Dawkins: Γονίδια, μιμίδια και το νόημα της ζωής, (DawkinsGod: Genes, memes, and the Meaning of Life, σελ. 10): «Το πραγματικό ζήτημα για μένα είναι το πώς ο Dawkins περνάει από μια Δαρβινική θεωρία της εξέλιξης σε μια γεμάτη αυτοπεποίθηση αθεϊστική κοσμοθεώρηση, την οποία κηρύττει με μεσσιανικό ζήλο και απρόσβλητη βεβαιότητα».

Ο Dawkins, ο οποίος αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας την πίστη που την χαρακτηρίζει ως ‘τυφλή εμπιστοσύνη’ χωρίς αποδείξεις και διανοητική ασθένεια, είναι ο πρώτος που υποκύπτει στον πειρασμό της πίστης, και δη, στην ευπιστία των θεωριών του, τις οποίες αντιμάχονται τα γεγονότα.

Είχε άδικο άραγε, ο Pascal, που έλεγε ότι «οι άπιστοι είναι οι μεγαλύτεροι εύπιστοι»;

 

Επίμετρο

Τι λέει ένας πρώην άθεος για τον Χριστό

Εδώ και πεντακόσια χρόνια, αυτοί που αυτοδιαφημίζονται σαν «ελεύθερα πνεύματα», φλέγονται απ’ την επιθυμία να δολοφονήσουν ακόμα μια φορά τον Ιησού, να τον σκοτώσουν μέσα στις καρδιές των ανθρώπων…

Μερικοί από αυτούς τους αστείους κατεργάρηδες με μια φαντασία που θα τη ζήλευε ο κάθε παραμυθάς, θέλησαν να αποδείξουν ότι η Ιστορία των Ευαγγελίων ήταν ένας θρύλος που επέτρεπε στον καθένα να φτιάξει μια φυσική ζωή του Ιησού, που κατά το ένα τρίτο ήταν ένας προφήτης, κατά το ένα τρίτο ένας μάγος και κατά το ένα τρίτο ένας λαοπλάνος. Έλεγαν πως δεν έκανε κανένα θαύμα εκτός από τη θεραπεία με τον υπνωτισμό, μερικών δαιμονισμένων, κι ακόμα έλεγαν πως δεν πέθανε απάνω στο σταυρό, αλλά ξύπνησε μέσα στον κρύο τάφο για να ξαναεμφανιστεί με τρόπο μυστηριώδη και έτσι να κάνει να πιστέψουν στην ανάστασή του. Άλλοι πάλι απόδειχναν, όπως ένα κι ένα κάνουν δύο ότι ο Ιησούς είναι ένας μύθος που δημιουργήθηκε στα χρόνια του Αυγούστου και του Τιβερίου και ότι τα Ευαγγέλια δεν είναι τίποτα άλλο από ένα κακότεχνο μωσαϊκό συνθεμένο από τα προφητικά κείμενα.

Άλλοι παρουσιάζουν τον Ιησού σαν έναν καλόν άνθρωπο αλλά χιμαιρικό και φαντασιόπληχτο ίσαμ’ εκεί που δεν παίρνει άλλο, που μαθήτεψε κοντά στους Έλληνες, στους Βουδιστές και στους Εσσαίους και που σφετερίστηκε όπως-όπως τα φιλοσοφικά τους δόγματα για να κάνει τον κόσμο να πιστέψει πως ήταν ένας Μεσσίας του Ισραήλ…. Και τέλος, άλλοι για να τελειώσουν μια και καλή, ξανάπιασαν την ιδέα του μύθου και ύστερα από πολλούς πονοκέφαλους, έβγαλαν το συμπέρασμα ότι ο Ιησούς δε γεννήθηκε ποτέ και σε κανένα μέρος του κόσμου….

Το φυσικό συμπέρασμα από όλες αυτές τις λαχανιασμένες προσπάθειες είναι ότι ο Ιησούς δεν ήρθε ποτέ στη γη ή αν ήρθε κατά τύχη, δεν μπορούμε να πούμε τίποτα σίγουρο γι’ αυτόν. Κι αυτό που ξέρουν να κάνουν οι εχθροί του Χριστού είναι να γυ ρεύουν από Δύση και Ανατολή της «πηγές» της Χριστιανικής σκέψης με μια πρόθεση που δεν την κρύβουν καθόλου να τη διαλύσουν κυριολεκτικά μέσα στις προηγούμενες, την εβραϊκή, την Ελληνική, και Θεέ μου, ακόμα και στην κινέζικη και στην Ινδική σκέψη. Και τότε είναι σα να λένε: Βλέπετε; Ο Ιησούς σας στο βάθος, δεν ήταν μονάχα ένας άνθρωπος, αλλά και ένας άνθρωπος κοινός! Και δεν δίδαξε τίποτα που οι άνθρωποι δεν το ήξεραν απ’ έξω, πριν απ’ αυτόν!...

Ωστόσο ύστερα από μια τέτοια σπατάλη χρόνου και πνεύματος, ο Χριστός δεν έσβησε από τη γη. Η ανάμνησή του βρίσκεται παντού… Ότι και να γίνει ο Ιησούς είναι μια αρχή και ένα τέλος, μια άβυσσος θείου μυστηρίου ανάμεσα στις δυο πλευρές της ανθρώπινης ιστορίας… Η ύπαρξη της Χριστιανοσύνης χαρακτηρίζεται από δυο εποχές, την πριν από τον Ιησού Χριστό και την μετά από τον Ιησού Χριστό. Η χρονολογία μας, ο πολιτισμός μας και η ζωή μας ξεκινούν από τη γέννηση του Ιησού. Ότι υπήρχε πριν απ’ αυτήν, μας είναι εύκολο να το αναζητήσουμε, να το γνωρίσουμε, όχι όμως και να το κάνουμε δικό μας, οι καρδιές μας δεν μπορούν να συγκινηθούν πια απ’ αυτό, κι ότι μένει ωραίο από κείνη την εποχή είναι πεθαμένο. Ο Καίσαρ υπήρξε στην εποχή του πιο ξακουστός από τον Ιησού. Μιλούν ακόμα για τον ένα και για τον άλλο, αλλά ποιος ενθουσιάζεται πια ή εχθρεύεται τον Καίσαρα; Τι έχουν απογίνει σήμερα οι οπαδοί ή οι αντίπαλοι του Πλάτωνα;

Αντίθετα ο Χριστός μένει μέσα μας ζωντανός. Βρίσκονται άνθρωποι που τον αγαπούν και που τον μισούν, που πάσχουν με το πάθος του και που λυσσούν για να τον αφανίσουν.

Κι αυτή η λύσσα δείχνει πως δεν είναι πεθαμένος. Ακόμα κι εκείνοι που δεν κουράστηκαν να αρνούνται τη διδασκαλία του, περνούν τις μέρες τους αναπολώντας το όνομά του. Η εποχή του Ιησού είναι και δική μας εποχή και διαρκεί ακόμα. Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας, τη ζωή μας και τους ίδιους τους εαυτούς μας ακόμα, πρέπει να ξεκινήσουμε από το Χριστό… Κανένας βίος του Ιησού, γραμμένος, ακόμα από τον πιο μεγαλοφυή συγγραφέα του κόσμου, δε θα μπορούσε να ξεπεράσει την ομορφιά και την τελειότητα των Ευαγγελίων. Η μαγεία του στυλ και η ποίηση δε θα μπορέσουν να σβήσουν ποτέ την πάναγνη λεπτότητα των τεσσάρων πρώτων ιστορικών….

Λένε πως η θρησκεία Του είναι θρησκεία των αρρώστων και των ετοιμοθάνατων κι όμως γιατρεύει τους ασθενείς και ανασταίνει τους πεθαμένους. Τον λένε πως είναι Θεός της λύπης, ενώ αυτός εξωθεί τους δικούς του στη χαρά και τους υπόσχεται ένα αιώνιο συμπόσιο χαράς. Λένε πως έφερε τον πόνο και την απονέκρωση της αρχικής χαράς στον κόσμο, ενώ αυτός όταν ζούσε έτρωγε και έπινε, άφηνε να του αρωματίζουν τα μαλλιά και τα πόδια, μισούσε τις υποκριτικές νηστείες και τους ματαιόδοξους μετανοούντες. Πολλοί του έχουν στρέψει τα νώτα επειδή δεν τον γνώρισαν…

Giovanni Papini (1881-1956)
Διάσημος Ιταλός φιλόσοφος & συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία

Altizer, Thomas J. J. The contemporary Jesus. Albany, N.Y.: State University of New York Press, 1997.

Bauckham, Richard. Jesus and the eyewitnesses: the Gospels as eyewitness testimony. Grand Rapids, Mich.: William B. Eerdmans Pub. Co., 2006.

Benedict. Jesus of Nazareth. Holy Week: From the Entrance into Jerusalem to the Resurrection. San Francisco: Ignatius Press, 2011.

—. Jesus of Nazareth: The Infancy Narratives. London: Bloomsbury, 2012.

Benedict, και Adrian J. Walker. Jesus of Nazareth: From the Baptism in the Jordan to the Transfiguration. New York: Random House Large Print, 2007.

Blanchard, John. Η αυταπάτη του Dawkins. Αθήνα: Ο Λόγος, 2010.

Blomberg, Craig. The historical reliability of the Gospels. Leicester, England: InterVarsity Press, 1987.

Bruce, F. F. Jesus and Christian origins outside the New Testament. Grand Rapids: Eerdmans, 1974.

—. Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Είναι άραγε αξιόπιστα;. Αθήνα: Πέργαμος, 2000.

Craig, William Lane. Reasonable faith: Christian truth and apologetics. Wheaton, Ill.: Crossway Books, 1994.

Cullmann, Oscar. The Christology of the New Testament. Philadelphia: Westminster Press, 1959.

Eagleton, Terry. Λογική, πίστη και επανάσταση. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2011.

Greenleaf, Simon, και Constantin von Tischendorf. The testimony of the evangelists, examined by the rules of evidence administered in courts of justice. Grand Rapids, Mich.: Baker Book House, 1965.

Habermas, Gary R. The historical Jesus: ancient evidence for the life of Christ. Joplin, Mo.: College Press Pub. Co., 1996.

Harnack, Adolf von. Lukas der Arzt: Der Verfasser des Dritten Evangeliums und der Apostelgeschichte. Leipzig: J.C. Hinrichs, 1906.

—. What is Christianity? New York: G.P. Putnam's Sons, 1901.

Hengel, Martin. The four Gospels and the one Gospel of Jesus Christ: an investigation of the collection and origin of the Canonical Gospels. Harrisburg, Pa.: Trinity Press International, 2000.

Jesus and the Apostles, Christianity Early Rise. National Geographic, n.d.

Jesus von Nazareth und die Entstehung einer Weltreligion. Spiegel Geschichte, 6/2011.

Jones, Kathleen. Challenging Richard Dawkins. Norwich: Canterbury Press, 2007.

Komoszewski, J. Ed., M. James Sawyer, και Daniel B. Wallace. Reinventing Jesus: How contemporary skeptics miss the real Jesus and mislead popular culture. Grand Rapids: Kregel Publications, 2006.

Läpple, Alfred. Ο άλλος Ιησούς. Αθήνα: Κονιδάρης, 1999.

Lenoir, Frédéric. Ο Χριστός φιλόσοφος. Αθήνα: Πόλις, 2010.

Lewis, C. S. Χριστιανισμός απλώς! Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1999.

Marshall, Howard I. The origins of New Testament christology. Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press, 1976.

McDowell, Josh. More than a carpenter. Wheaton, Ill.: Tyndale House Publishers, 1977.

—. Ζητώ Αποδείξεις. Αθήνα: Ο Λόγος, 2005.

Meier, John P. A marginal Jew: Rethinking the historical Jesus. New York: Doubleday, 1991.

Messori, Vittorio. Υπόθεση Ιησούς. Αθήνα: Πνευματική Πορεία, 1980.

Metzger, Bruce. The canon of the New Testament: its origin, development, and significance. Oxford: Clarendon Press, 1987.

Mussner, Franz. The miracles of Jesus: an introduction. Shannon London: Ecclesia Press distributed by Catholic Truth Society, 1970.

Mykytiuk, Lawrence. Did Jesus Exist? Searching for Evidence Beyond the Bible. January/February 2015 issue of BAR.

Papini, Giovanni. Ιστορία του Χριστού. Αθήνα: Αστήρ, 2005.

Pascal, Blaise. Σκέψεις. Αθήνα : Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008.

Perrot, Charles. Ιησούς. Αθήνα: ΒΗΜΑγνώση, 2007.

Pöhlmann, Horst G. Wer war Jesus von Nazareth? Gütersloh: Gütersloher Verlag, 1976.

Ramsay, William. Was Christ born at Bethlehem? Α study on the credibility of St. Luke. London: Hodder and Stoughton, 1898.

Ricciotti, Giuseppe. Ο βίος του Ιησού Χριστού. Αθήνα, n.d.

Staudinger, Hugo. The trustworthiness of the Gospels. Edinburgh: Handsel Press, 1981.

Stauffer, Ethelbert. Jesus; Gestalt und Geschichte. Bern: Francke Verlag, 1957.

Strobel, Lee. Η υπόθεση Ιησούς Χριστός. Αθήνα: Πέργαμος, 2011.

Thiede, Carsten Peter. Ιησούς: Μύθος ή πραγματικότητα;. Αθήνα: Πέργαμος, 1999.

Tresmontant, Claude. The Hebrew Christ: language in the age of the Gospels. Chicago, Ill.: Franciscan Herald Press, 1989.

Trocmé, Étienne. Απόστολος Παύλος. Αθήνα: Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2007.

—. Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, όπως τον είδαν όσοι τον γνώρισαν. Αθήνα: Άρτος Ζωής, 1983.

Wenham, David. Paul: follower of Jesus or founder of Christianity? Grand Rapids: Eerdmans, 1995.

Yamauchi, Edwin M. Jesus, Zoroaster, Buddha, Socrates, Muhammad. Downers Grove, IL: InterVarsity Press, 1972.

Η ιστορικότητα του Ιησού. Ιστορικά (Ελευθεροτυπία), (τευχ. 62, 21/12/2000).

Κανελλόπουλος, Παναγιώτης Κ. Ο χριστιανισμός και η εποχή μας. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004.

Πατρώνος, Γεώργιος Π. Η ιστορική πορεία του Ιησού: Από τη φάτνη ως τον κενό τάφο. Αθήνα: Δόμος, 1997.

Ποιος ήταν ο Ιησούς;. GEO, Ιαν. 2007.

Σιαμάκης, Κωνσταντίνος. Ἐξωχριστιανικὲς μαρτυρίες γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς Χριστιανούς. Αθήνα: Άθως (Σταμούλη Α.Ε.), 2000.

Τρεμπέλας, Παναγιώτης. Ιησούς ο από Ναζαρέτ. Αθήνα, 1955.

Τσινικόπουλος, Δημήτρης. Βίβλος, ένα βιβλίο επαναστατικό. Θεσσαλονίκη: Άγνωστο, 2010.

—. Ιησούς, ο ποιητής των ποιητών. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2006.

—. Το Στοίχημα του Pascal. Αθήνα: Εν Πλω, 2015.

Φαράντος, Μέγας Λ. Ο Ιησούς Χριστός και η σπουδαιότητά του για την ανθρωπότητα. Αθήνα, 2001.

 

Σημειώσεις

i Εφημ. Συντ. 27/4/2015.

ii A΄ εκδ. 2007.

iii Σελ. 277.

iv Σήμερα ξέρουμε σχεδόν με βεβαιότητα ότι ο ακριβής χρόνος του ήταν η 14η Νισάν, ή 3 Απριλίου του έτους 33 μ.Χ.· βλ. Colin Duriez, Έτος 33, Η χρονιά που άλλαξε ο κόσμος, εκδ. Ενάλιος, 2006. Αν η ημερομηνία αυτή είναι σωστή, και σύμφωνα με όλα τα υπάρχοντα στοιχεία είναι, τότε ο Ιησούς πρέπει να γεννήθηκε γύρω στο 1 ή 2 π.Χ. και όχι στο 4 ή 6 π.Χ. όπως γενικά πιστεύεται, αφού σύμφωνα με το Λουκά (3:23) όταν ο Ιησούς βαπτίστηκε ήταν 30 ετών (Will Durant).

v Αρχαιότητες, ΧΧ, 91 και XVIII 3, 3. Παρόλο που το εκτενές χωρίο (γνωστό ως Testimonium Flavianum) αμφισβητήθηκε, οι ειδικοί, όπως G, Vermes, S. Pines, J. Klausner και H. St. J. Thackearay, το δέχονται γνήσιο στον πυρήνα του. Βλ. www.tsinikopoulos.org, Υπήρξε πραγματικά ο Ιησούς της Γαλιλαίας;

vi Abbot – Zar. 16β.

vii Sand. 43α, 10, 11, 7, 12, 103α B. bar., 17α-β.

viii Η επιστολή του Σύρου φιλόσοφου Μάρα Βαρ Σεραπίωνος προς το γιο του, που λεγόταν επίσης Σεραπίων, χρονολογείται από τους περισσότερους λόγιους αμέσως μετά το 73 μ.Χ., τη διάρκεια του 1ου αι. μ.Χ. (Robert E. Van Voorst, Peter Kiroy, F. F. Bruce, κ.α.). Είναι γνήσια, σε αντίθεση με την πλαστή του Ρωμαίου Πούλβιου Λέντουλου, που περιγράφει τη μορφή του Ιησού, και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο. Από τη μελέτη της προκύπτουν έηι επί μέρους στοιχεία που συμπίπτουν μόσο στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, παρ’ όλο που δεν κατονομάζεται ρητώς, αλλά αναφέρεται ως «σοφός βασιλιάς». Α) Ήταν Ιουδαίος. Β) Ήταν σοφός. Γ) Ήταν βασιλιάς. Δ) Εισήγαγε νέους νόμους ή διδασκαλίες. Ε) Θανατώθηκε από τους Ιουδαίους. ΣΤ) Το ιουδαϊκό βασίλειο καταστράφηκε εξαιτίας του θανάτου του. Οι πληροφορίες του ταιριάζουν περισσότερο από την παράδοση του ευαγγελίου του Ματθαίου και της κοινότητάς του. Για περισσότερα βλέπε Mara bar Serapion on Jesus Wikipedia και ιδίως http://www.textexcavation.com/marabarserapiontestimonium.html (πολύ amateur αναφορά).

ix Για περισσότερα βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Υπήρξε πραγματικά ο Ιησούς της Γαλιλαίας; (στο www.tsinikopoulos.org) όπου και εκτενείς παραπομπές, ιστορικές αναφορές για τα θαύματα του Ιησού και σχετική βιβλιογραφία. Σχετικά με το θέμα της εκ νεκρών ανάστασης του Ιησού βλέπε Δ. Τσινικόπουλος, Ο θάνατος και η ανάσταση του Ιησού. Γεγονότα ή μύθοι; (στο www.tsinikopoulos.org).

Κάτι άλλο που μπορεί να προστεθεί εδώ, που συνήθως ξεφεύγει της προσοχής πολλών, είναι ότι ο Ιησούς, σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, είχε αδερφούς [(Σίμων ή Συμεών, Ιωσήφ, Ιούδας και Ιάκωβος) Μρκ. 6:3· Μτθ. 13:55· πρβλ. Γαλ. 1:20]. Τον Ιάκωβο, τον επικαλούμενο «Δίκαιο» τον μνημονεύει ο Ιώσηπος ως αδελφό του «Ιησού του επικαλούμενου Χριστού». Σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες του Ιώσηπου, του Ηγήσιππου και του Ευσέβιου, ο Ιάκωβος αυτός (που έγραψε και την ομώνυμη καθολική επιστολή, η οποία ομοιάζει πολύ με την επί του όρους ομιλία του Ιησού), ήταν ο πρώτος επίσκοπος στην Ιερουσαλήμ, και θανατώθηκε το 62 μ.Χ., με προτροπή του αρχιερέα Άνανου (Ανανία) που ήταν υπεύθυνος και για το θάνατο του Στεφάνου (Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, 200 (ιχ1)· Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία). Άρα, και από αυτή την άποψη, εφόσον ο Ιησούς είχε σαρκικούς αδερφούς, είναι αναντίρρητα, ιστορικό πρόσωπο.

x Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, τόμ. 61, σ. 335.

xi Αιμίλιος, τόμος Β΄, σελ. 152.

xii Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, 1975, τόμος Α΄, σελ. 31, 38.

xiii Σελ. 93.

xiv Gottfried Wilhelm Leibniz, Systeme Theologig. imit, όπως παρατίθεται από το σχετικό λήμμα «θαύμα» στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (Μ.Ε.Ε), Π. Δρανδάκη. Για μια εκτεταμένη μελέτη γύρω από τα θαύματα του Ιησού, περισπούδαστο είναι το έργο του H. Van Der Loos, The miracles of Jesus.

xv A. T. Olmstead, Jesus in the light of history, σελ. 206.

xvi Π.χ. το ευαγγέλιο του Θωμά (της παιδικής ηλικίας του Ιησού).

xvii Πλίνιος, Φυσική Ιστορία, βιβλίο 30.

xviii Εκκλησιαστική Ιστορία, IV κεφ. 3).

xix Ο βίος του Ιησού, σελ. 287, 1962.

xx Κατά Κέλσου, Ι, 38, 68, II, 48 και επ. ΒΕΠ. τομ. 9ος, σελ. 157 επ., 120 επ.

xxi Κατά Γαλιλαίων, 191-205, Loeb Classical Library, III σελ. 376.

xxii Σούρα V 110, Al-Imran V, 45.

xxiii Ιησούς: Οι μαρτυρίες, σελ. 144, 145, 165.

xxiv Reza Aslan, Ο ζηλωτής. Ο βίος του Ιησού του Ναζωραίου, σελ. 194, (Πατάκης, 2015).

xxv F. F. Bruce, Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Είναι άραγε αξιόπιστα;, σελ. 64.

xxvi Σελ. 116.

xxvii Nestle-Aland 28.

xxviii Για περισσότερα βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Χριστιανισμός ή Παυλιανισμός στο βιβλίο μου το Στοίχημα του Pascal και ιδίως David Wenham, Paul: follower of Jesus or founder of Christianity? Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι μερικοί αρνητικοί και ελευθερόφρονες κριτικοί υποστηρίζουν ότι όλες οι επιστολές οι αποδιδόμενες στον απόστολο Παύλο δεν είναι δικές του. Υποστηρίζουν τη θεωρία ότι ορισμένες, όπως π.χ. Β΄ Θεσσαλονικείς και οι λεγόμενες ποιμαντικές (Α΄, Β΄ Τιμόθεον, Τίτον) προέρχονται από άλλο χέρι και γι’ αυτό τις αποκαλούν δευτεροπαύλειες. Δεν υπάρχουν πειστικές αποδείξεις περί τούτου. Ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί το λήμμα Paul, στο New Bible Dictionary (2007).

xxix Για περισσότερα βλ. Παρθενική γέννηση και ανάσταση του Ιησού: Λογοκλοπή από μύθους; στο Πρώτα απ’ όλα, τι κάθομαι και συζητάω… μαζί σας; στην ιστοσελίδα www.tsinikopoulos.org, και ιδίως Ronald H. Nash, The Gospel and the Greeks: Did the New Testament Borrow from Pagan Thought? Επίσης, Bruce M. Metzger, Historical and Literary Studies: Pagan, Jewish, and Christian.

xxx Μυθολογία της Μέσης Ανατολής, σελ. 177, 178.

xxxi René Girard, Το εξιλαστήριο θύμα (Εξάντας, 1991) και Η αρχαία οδός των ασεβών (Εξάντας, 1991).

xxxii Κατά την προσφυή παρατήρηση ενός μη χριστιανού, εθνικού, του Θουκιδίδη, «εκ φύσεως ρέπουν άπαντες οι άνθρωποι και κατ’ ιδίαν δημοσία εις το αμαρτάνειν (Θουκ. Γ, 45, 3)». Σύμφωνα με το Μέγα Αθανάσιο, «ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και θέλησε να μείνει στην αφθαρσία. Οι άνθρωποι όμως… επενόησαν την κακίαν, καταδικάσθησαν εις θάνατον και δεν παρέμειναν όπως πλάσθηκαν. Η παράβαση της εντολής τους επανέφερε στο κατά φύσιν, στη φθορά. Εκ φύσεως ο άνθρωπος είναι θνητός, επειδή πλάστηκε εκ του μηδενός… Μετά την αμαρτία η φθορά αύξανε εις βάρος των ανθρώπων και υπερίσχυε της φυσικής καταστάσεως (Περί ενανθρωπίσεως, 1, 4)».

xxxiii Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τομ. 2ος, σελ. 168.

xxxiv Η θρησκεία, εκδ. Αναγνωστίδη, σελ. 56-60.

xxxv Cyril E. M. Joad, Το «πιστεύω» μου, περ. Ακτίνες, Απρίλιος 1948, σελ. 156.

xxxvi Greek and English Lexicon of the New Testament.

xxxvii Otfried Hofius, Η Αλήθεια του Ευαγγελίου. Συναγωγή καινιδιαθηκικών μελετών, σελ. 170 επ., (Άρτος Ζωής, 2012).

xxxviii Για περισσότερα, βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Το μυστήριο του κακού, σελ.75 (Νησίδες, 2014).

xxxix Process and Reality. An Essay in Cosmology, ΝΥ, 1941. Ελληνική μετάφραση Διαδικασία και Πραγματικότητα, Ένα δοκίμιο στην κοσμολογία, σελ. 711 (Εκδ. Παπαζήση, 2013).

xl Ιστορία του Πολιτισμού, τομ. Γ΄, σελ. 648. Για τις λεγόμενες αντιφάσεις στις αφηγήσεις της ανάστασης του Ιησού, βλ. David Wheaton, Οι αφηγήσεις της ανάστασης, στο Εκπληκτικό Εγχειρίδιο της Βίβλου (Πέργαμος, 1993), σελ. 529, 530, και Παναγιώτη Τρεμπέλα, Ιησούς ο από Ναζαρέτ (1955), σελ. 463 επ.

xli Σελ. 40.

xlii Βλ. W. M. Ramsay, The Bearing of Recent Discovery of the Trustworthiness of N.T., Ν. Βασιλειάδη, Αρχαιολογία και Α. Γραφή, 1996, σελ. 338 επ., και Joseph M. Holdey-Norman Geisler, A popular Handbook of Archaeology and the Bible, 2013, σελ. 154.

xliii J. Free, Archaeology and the Bible History, 1969, σελ. 284. Επίσης, E. M. Blaiklock, Out of the Earth (1961), σελ. 14, 16. Randall Price, The stones cry out (1977), σελ. 299. Από τα παπύρινα ευρήματα στην Αίγυπτο φαίνεται ότι οι Ρωμαίοι ανά 14 χρόνια διενεργούσαν απογραφή, και πιθανώς το ίδιο να συνέβαινε και στη Συρία.

xliv Βλ. φώτο Δ. Τσινικόπουλος, Πρώτα απ’ όλα τι κάθομαι και συζητάω μαζί σας;. Για περισσότερα, Alexa uder Schick, Irrt die Bibel? Aut der Suche nach Konig David und Salomo-Mythos oder Wahrheit? (2004).

xlv Βλ. Τις αρχαιολογικές ανασκαφές των Kathleen Kenyon, Yigael Shiloh, κ.α., και ιδιαίτερα Eilat Mazar, “Excavate King David’s Palace,” BAR 23:01 (Ιαν-Φεβ. 1997). Επίσης, Randall Price, The stones cry out, σελ. 165.

xlvi Βλ. φώτο στην Elberfelder Bible, στη NIV Archaeological Study Bible (σελ. 564) και στο Εκπληκτικό Εγχειρίδιο της Βίβλου, σελ. 310, όπου και η επεξηγηματική επιγραφή της σήραγγας Σιλωάμ.

xlvii Βλ. J. M. Holden-N. Geisler οπ. π. και, John W. Haley, Alleged Discrepancies of the Bible, σελ. 325, 326. Χρήστος Καρακόλης, Ερμηνευτικές προσεγγίσεις, σελ. 13-19 (2002), και ιδιαίτερα στο λήμμα Genealogy στο Dictionary of Jesus and the Gospels (ed. Joel B. Green, Inter-Varsity, 1992).

xlviii Βλ. Bart D. Ehrman, Παραφράζοντας τα λόγια του Ιησού (2005) και κριτική του βιβλίου από τον Timothy Paul Jones, Misquoting Truth: A Guide to the Fallacies of Bart Ehrman's "Misquoting Jesus" (2007). Βλ. επίσης Bart D. Ehrman, Αναζητώντας το χαμένο δισκοπότηρο (2004), όπου ο Ehrman ασκεί κριτική στο βιβλίο του Dan Brown, The Da Vinci Code, και ιδίως σελ. 103 επ.

xlix Pascal, Σκέψεις, 578.

l Ο Χριστός φιλόσοφος, σελ. 34, 35.

li Adolf von Harnack, What is Christianity?, σελ. 79.

lii Ερμηνευτική των ιερών κειμένων, σελ. 133, Άρτος Ζωής.

liii Βλ. John W. Wenham, Christ and the Bible, σελ. 12, 13. Πρβλ. Δ. Τσινικόπουλος, Το στοίχημα του Pascal, σελ. εκκρεμεί.

liv John A. T. Robinson, Redating the New Testament (Wipf & Stock Pub, 2000).

lv Thiede, Dr. Carsten, Ιησούς: Μύθος ή Πραγματικότητα, εκδ. Πέργαμος.

lvi Κλασική σκέψη, 2005, σελ. 398-400.

lvii Τετράρχης, προκουράτορ, ανθύπατος, Ασιάρχες, πραίτορες, πολιτάρχες, στρατηγοί, πρώτος, ραβδούχοι κ.α. Βλ. E. Μ. Blaiklock, Out of the Earth, σελ. 57 και Josh McDowell, Ζητώ αποδείξεις, σελ. 131.

lviii Roman Society and Roman Law in the New Testament, 1963, σελ. 189.

lix The Anchor Bible, Mark, ed. C. S. Mann, 1986, τομ. 27, σελ. 76. Του ιδίου, From the stone age to Christianity, σελ. 387 (1957).

lx Για περισσότερα βλ. www.tsinikopoulos.org, Ποιος Ιούδας έγραψε το Ευαγγέλιο του Ιούδα;. Βλέπε επίσης Edwin M. Yamauchi, Pre-Christian Gnosticism: a survey of the proposed evidences και Elaine Pagels, Τα Γνωστικά Ευαγγέλια (Ενάλιος, 2004). Μετάφραση των κειμένων βλ. Χριστιανικός Γνωστικισμός, τα κοπτικά κείμενα του Nag Hammandi στην Αίγυπτο (Άρτος Ζωής, 1989).

lxi Είναι αξιοσημείωτο ότι ο σκεπτικιστής Bart Ehrman τον οποίο επικαλείται ο Dawkins, αναγνωρίζει ότι «περί τα τέλη του 1ου αιώνα και τις αρχές του 2ου, εκατοντάδες χρόνια πριν από τον Κωνσταντίνο, οι χριστιανοί ήδη αποδέχονταν κάποια έγγραφα ως έγκυρα και επέλεγαν ποια βιβλία θα έπρεπε να περιληφθούν στον Ιερό Κανόνα» (Αναζητώντας το χαμένο δισκοπότηρο, σελ. 109, 113 επ.)

lxii Για περισσότερα βλ. Richard Bauckham, Jesus and the Eyewitnesses, 2006. Κατά τον Ωριγένη, ο Μάρκος έγραψε το ευαγγέλιό του σύμφωνα με τις οδηγίες του Πέτρου (Ευσεβίου, Εκκλησιαστή Ιστορία, 6, 25, 3-7). Τα ίδια λέει και ο Τερτυλλιανός τον 2ο αιώνα μ.Χ. (Adverus Marcionem, 4, 5), και ο Ευσέβιος αναφέρει τον Παπία που μαρτυρεί για τη συγγραφή του Μάρκου στηριζόμενος στον Πέτρο (Εκκλησιαστή Ιστορία, 3, 39, 12-16). Για τη συγγραφή του ευαγγελίου του Ματθαίου από τον Ευαγγελιστή, έχουμε και πάλι τη μαρτυρία του Παπία ότι αρχικά έγραψε «εβραϊδί διαλέκτω» (Ευσεβίου, Εκκλησιαστή Ιστορία, 3, 39, 16), αλλά και του Ειρηναίου, που μαρτυρεί ότι όταν το έγραψε ζούσαν ακόμη ο Πέτρος και ο Παύλος (Κατά Αιρέσεων, 3.1.1).

lxiii «Ἐπειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περὶ τῶν πεπληροφορημένων ἐν ἡμῖν πραγμάτων, καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου, ἔδοξεν κἀμοὶ παρηκολουθηκότι ἄνωθεν πᾶσιν ἀκριβῶς καθεξῆς σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε, ἵνα ἐπιγνῷς περὶ ὧν κατηχήθης λόγων τὴν ἀσφάλειαν».

lxiv Π.χ., A. T. Robinson, W. M. Ramsay, Adolf Harnack, H. Conzelmann, Ed. Meyer κ.α. Για περισσότερα βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Ο Ευαγγελιστής Λουκάς: Ο ιατρός, ο ιστορικός, ο λόγιος, στο www.tsinikopoulos.org. Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και ο ορθολογιστής E. Renan, αναγνωρίζει την ιστορική αξιοπιστία του Λουκά, ως αυτόπτη μάρτυρα στις Πράξεις, και ότι στο ευαγγέλιό του «πατάμε σε σταθερό έδαφος» (Η ζωή του Ιησού, 1962, σελ. 53). Αλλά, αν δεχτούμε τον Λουκά ως πρώτης τάξης ιστορικό και αξιόπιστο, όπως τον δέχονται όλοι οι σοβαροί ιστορικοί και ερευνητές, τότε κατά έμμεσο τρόπο, δεχόμαστε την ιστορική αξιοπιστία όχι μόνο και των άλλων Ευαγγελιστών και δη των Συνοπτικών, αλλά και όλης σχεδόν της Καινής Διαθήκης. Και τούτο διότι, ο Μάρκος προφανώς υπήρξε μια από τις πηγές του Λουκά και συμπίπτει σε πολλά σημεία με αυτόν. Αλλά και ο Ματθαίος συμπίπτει σε πολλά με το Μάρκο και το Λουκά. Γι’ αυτό λέγονται και οι τρεις Συνοπτικοί. Οι δε Πράξεις Αποστόλων μας δίνουν το ιστορικό υπόβαθρο των επιστολών του Παύλου. Άρα, σχεδόν όλη την ιστορική βάση της Καινής Διαθήκης. Βλ. για περισσότερα Π. Τρεμπελα, Ιησούς ο από Ναζαρέτ (1955), σελ. 61 επ, 76 επ.

lxv «Ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς–καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν–ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν καὶ ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν. καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ».

lxvi Περί των μεσσιανικών τίτλων βλέπε και Oscar Cullmann, The Christology of the New Testament (1959).

lxvii Για περισσότερα βλ. Δ. Τσινικόπουλος, Πρώτα απ’ όλα, τι κάθομαι και συζητάω… μαζί σας;, και Γιατί η Βίβλος υπερέχει από τα άλλα ιερά βιβλία θρησκειών;, στο www.tsinikopoulos.org. Η εκπλήρωση των προφητειών του Ιησού αποτελούν, κατά τον Pascal, «διαρκές θαύμα» που μαρτυρεί τη θεότητά του.

lxviii Για περισσότερα βλ. Josh McDowell, Ζητώ αποδείξεις, σελ. 241 επ. και του ιδίου, Ιησούς, απλά ένας μαραγκός; 1996.

lxix Reasonable Faith, 1994, σελ. 252. Βλ. και στο συλλογικό Lee Strobel, Υπόθεση Ιησούς Χριστός, σελ. 159 επ. Βέβαια, σε μια πιθανή ανταπάντηση στα παραπάνω, ο Dawkins και οι ομόδοξοί του ίσως να προέβαλλαν τον ισχυρισμό ότι εφόσον ο Ιησούς δεν έγραψε τίποτα, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι είπε αυτά τα λόγια. Και όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί του λεγόμενου «Σεμιναρίου του Ιησού» (Jesus’ Seminar) που εδρεύει στις ΗΠΑ, μόνο ελάχιστο ποσοστό των λόγων του Ιησού πρέπει να είναι αυθεντικό. Ωστόσο, η επιστημονική έρευνα με βάση 4 κριτήρια (της ανομοιότητας, της πολλαπλότητας των μαρτύρων, του αραμαϊκού υποβάθρου, και της συμφωνίας με τη συνολική διδασκαλία), έχει καταλήξει ότι το 90% των λόγων του Ιησού είναι αυθεντικό και το 10% ελάχιστα προσαρμοσμένο. Για περισσότερα βλ. G. A. Boyd, Cynic Sage or Son of God?: Recovering the Real Jesus in an Age of Revisionist Replies, καθώς και τα έργα του Joachim Jeremias, ιδίως το Neutestamentliche Theologie tom 1, και άλλων.

lxx London Review of Books, 19/10/ 2006.

lxxi Ο αγών μου, τομ. 1, σελ. 291.

lxxii Μτθ. 5:18.

lxxiii Όπως προσφυώς παρατήρησε ο πατριάρχης του Διαφωτισμού, Βολταίρος, «από τον Θαλή μέχρι των φαντασιωδεστέρων φιλοσόφων και των μιμητών τους, κανένας δεν μπόρεσε να επενεργήσει ούτε καν επί των ηθών του σοκακιού που διέμενε».

lxxiv Βλ. στο Δ. Τσινικόπουλος, Ιησούς ο ποιητής των ποιητών, (2006) τις γνώμες τους.