Derek Walcott: Ο Όμηρος της Καραϊβικής

Μέσα μου έχω Ολλανδό, Εγγλέζο και Αράπη.
Ή δεν είμαι κανένας
ή είμαι ένα έθνος.
Derek Walcott

 

Ο πρόσφατος θάνατος (20/3/2017) του Νομπελίστα ποιητή Derek Walcott, επανέφερε στη μνήμη μου ένα μικρό δοκίμιο που είχα γράψει πριν από χρόνια, όταν τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ από την Σουηδική Ακαδημία.

Το δοκίμιο είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ και στην ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ του Μιχάλη Σταφυλά.

Το ξαναδημοσιεύω εδώ, όπως το έγραψα, για να το διαφυλάξω από την φθορά του χρόνου, και χάριν των εραστών της ποίησης, που αποτελούν μιαν «απέραντη μειοψηφία», κατά την επιτυχή έκφραση του Χανς Μάγκνους Ετσενσμπέργκερ. Μετά την απονομή του βραβείου, μεταφράστηκε στην ελληνική το ποιητικό του έργο «Όμηρος» (εκδ. Λιβάνη 1993), μια σύνθεση 8.000 στίχων, και το 2006 Τα Ποιήματα (εκδ. Καστανιώτη). Έτσι εκπληρώθηκε η ευχή που εκφράζω στο τέλος του παρόντος δοκιμίου.

«Γιατί σε μένα;» Αυτή ήταν η πρώτη φράση, η πρώτη αντίδραση, που αποκαλύπτει έκπληξη αλλά και μετριοφροσύνη, του Derek Walcott από το μικρό νησάκι της Σάντα Λουτσία της Καραϊβικής, όταν πληροφορήθηκε στις 8-10-1992, ότι η Σουηδική Ακαδημία τού έκαμε την ύψιστη διάκριση απονέμοντάς τον το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.

Ο Derek Walcott, ο νέγρος ποιητής, ο Όμηρος της Καραϊβικής όπως επιτυχώς ονομάστηκε από τους φιλολογικούς κύκλους, έγινε ο εκλεκτός της Σουηδικής Ακαδημίας για το 1992, αφού προς μεγάλη έκπληξη των περισσοτέρων, επικράτησε των υπολοίπων υποψηφίων, μεταξύ των οποίων φαβορί θεωρούνταν ο Σάιμους Χίνι και ο Αλβανός Ισμαήλ Κανταρέ.

Παντελώς άγνωστος στην Ελλάδα, είναι ζήτημα τρία-τέσσερα ποιήματά του να έχουν μεταφραστεί, αλλά και σ’ άλλες χώρες, είναι ο μαύρος ποιητής της Αγγλικής γλώσσας που σόκαρε τους κριτικούς. Τους κριτικούς που όπως πολύ σωστά σημείωσε πολύ πριν γίνει Νομπελούχος  ο Ντέρεκ, ο επίσης Ρώσος Νομπελίστας Γιόσεφ Μπρόντσι, δεν μπορούσαν να παραδεχτούν πως ο μεγαλύτερος ποιητής της Αγγλικής γλώσσας είναι ένας μαύρος. Θυμάμαι τώρα που χαράζω αυτές τις γραμμές πόσο δίκιο είχε ο Μαξ Γιάκομπ που έλεγε: «Οι καλοί κριτικοί μετριούνται στα δάχτυλα. Να κάνετε κριτική στους κριτικούς…».

Ωστόσο, ο Walcott, φυλετικά είναι πιο περίπλοκος από μαύρος. Γεννήθηκε στις Δυτικές Αντίλες (άρα είναι Δυτικοϊνδός) αλλά στις φλέβες του κυλάει τόσο Αφρικανικό όσο και Ευρωπαϊκό αίμα. Ήταν απόγονος σκλάβων. Ο ίδιος πάντως εντόπισε σε τρία στοιχεία τις «ποιητικές» καταβολές του. Στην αφρικανική καταγωγή του, στην καραϊβική που ζει, και στην αγγλική γλώσσα. Την τελευταία ξέρει να χειρίζεται όπως αποδεικνύουν τα πολυάριθμα έργα του, καλύτερα από οποιονδήποτε καθαρόαιμο Άγγλο ευγενή. Πολυδιάστατος και πολυτάλαντος ο νέγρος Walcott (ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, ζωγράφος και καθηγητής επί οκτώ χρόνια της Αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης) εμφανίζεται στην Τρίτη ηλικία που διανύει σαν ένας διανοούμενος που στο πρόσωπό του συγχωνεύει τρεις κύριες πολιτιστικές παραδόσεις: την αφρικανική, την κεντροαμερικανική και την ευρωπαϊκή. Η επιτροπή απονομής του βραβείου υπογράμμισε ότι «η ιδιομορφία της προσωπικής του θέσης αποτέλεσε πρωταρχική πηγή έμπνευσής του».

Γεννημένος το 1930 στην πόλη Κάστριες των Μικρών Αντιλλών ο 62χρονος σήμερα νέος Νομπελούχος έκαμε το ντεμπούτο του στα γράμματα μόλις σε ηλικία 18 χρονών. Η πρώτη του συλλογή έφερε τον τίτλο «25 ποιήματα». Στα 19 του, αυτοχαρακτηριζόταν ως πληθωρικός ποιητής τρελά ερωτευμένος με την Αγγλία. Έπρεπε όμως να περάσουν 14 χρόνια αναμονής μέχρι το 1962, και να ξεχωρίσει με τη συλλογή του «In a Green Night» («Στη διάρκεια μιας πράσινης νύχτας»). Από τότε και ίσαμε σήμερα κυκλοφόρησε άλλες 18 ποιητικές συλλογές (ανάμεσά τους και αυτές που φέρουν τον τίτλο «Μια άλλη ζωή», «Η διαθήκη του Αρκάνσας» κ.α.) αλλά και οκτώ θεατρικά έργα. Το αριστούργημά του από τα θεατρικά θεωρείται κατά γενική αναγνώριση το «Όνειρο στο όρος των πιθήκων».

Ο Walcott αποκαλύπτοντας την αγάπη του για το θέατρο, ίδρυσε το 1959 το θεατρικό εργαστήρι του Τρινιντάντ – πόλη όπου και ζει. Εκεί θέλησε να δημιουργήσει ένα θέατρο με ντόπια θεατρική παράδοση. Σ’ αυτό ανέβηκαν και παίχτηκαν  με επιτυχία τα περισσότερα έργα του, ανάμεσα στη δεκαετία του 1950.

Η Καραϊβική, ο χώρος όπου μεγάλωσε, είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος απ’ τον οποίο εμπνέεται ο μεγάλος αυτός ποιητής. «Το να ζεις στην Καραϊβική είναι μια μεγάλη εμπειρία» – λέγει ο νέος Νομπελίστας. «Διότι συναντάς όλες τις φυλές του κόσμου κι έχεις μπροστά σου ένα καταπληκτικό παράδειγμα ενότητας». Σε παλαιότερη συνέντευξή του ο Ντέρεκ διευκρίνισε ότι γράφει στην Αγγλική γλώσσα γιατί η Αγγλική γλώσσα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός, είναι ιδιοκτησία της ίδιας της γλώσσας. «Αλλά γράφω – ετόνισε – από και για την Καραϊβική». Αν θέλει κάποιος ποιητής να θεωρείται τίμιος, πρέπει να γράφει για το άμεσο περιβάλλον του, σε ακτίνα είκοσι χιλιομέτρων… Εκτός από την ίδια την Καραϊβική που τον εμπνέει, τις ποιητικές του ρίζες πρέπει να τις ανιχνεύσουμε στον άμεσο οικογενειακό του περίγυρο. Μεγάλωσε σε μια μεσοαστική προτεσταντική οικογένεια που διέθετε όμως ένα περιβάλλον με γνήσιες καλλιτεχνικές ευαισθησίες. Και οι δύο γονείς του ήταν δάσκαλοι. Ο πατέρας του έγραφε ποιήματα και ζωγράφιζε και η μητέρα του αγαπούσε το θέατρο και την ποίηση. Η ίδια μάλιστα χρηματοδότησε την πρώτη του ποιητική συλλογή. Από νωρίς ο Walcott είχε την ευχέρεια να καταβροχθίζει βιβλία του Ντίκενς, του Ουώλτερ Σκοτ, του Πόε, και άλλων μεγάλων λογοτεχνών – γεγονός που αργότερα τον βοήθησε να γίνει ικανός αναβάτης του φτερωτού Πήγασου. Ο ποιητής όμως, γρήγορα διαπίστωσε ότι δε θα μπορούσε επιτυχώς να καλλιεργήσει το ταλέντο του και να αναπτύξει το πάθος του για γράψιμο στο στενό πάτριο έδαφος. Γι’ αυτό μετακόμισε στη μητρόπολη μέσα σε μεγάλους εκδοτικούς οίκους για να μπορεί να εξασφαλίζει το βιοπορισμό του.

Αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει το έργο του Walcott είναι σίγουρα η απλότητα του στίχου του, μερικές φορές πεζόμορφου –, που σε καμία περίπτωση βέβαια δεν είναι στίχος χωρίς βάθος. Ο ποιητής συγκρίνει τον εαυτό του με τους κορνιζοποιούς που φτιάχνουν απλές κορνίζες. Εκδηλώνει την απαρέσκειά του στον  υπερεαλισμό και στον ερμητισμό σχολές, που επιβλήθηκαν παγκόσμια στην προηγούμενη δεκαετία. «Θέλω να απαλλάξω την ποίησή μου από το μυστικιστικό στοιχείο» γράφει. «Να γράφω απλές στροφές με ομοιοκαταληξία. Να γράφω έτσι ώστε ένας ψαράς να μοιράζεται την ένταση των συναισθημάτων ακόμη και αν δεν κατανοεί εντελώς τους διαλόγους. Οποιαδήποτε άλλη επιλογή είναι μια περισπούδαστη προσθήκη στο βασικό καμβά του ποιήματος». Το γεγονός αυτό εξηγεί, γιατί ο Walcott συχνά χρησιμοποιεί τη ρίμα και το σονέτο, παρόλο που στις τελευταίες του συλλογές χρησιμοποιεί πιότερο τον ανομοιοκατάληκτο στίχο, όπως:

Σε βασανίζει ο τόπος σου, δεν θα ησυχάσεις
έως ότου εσύ και οι ρίζες σου συμφιλιωθείτε.
Το σαγόνι σου πρέπει να χαμηλώσει
κι οι γροθιές σου να σαρώσουν το χώμα της γης σου.

Η μετάδοση της έντασης των συναισθημάτων, είναι το μυστικό της γνήσιας λογοτεχνικής πένας. Γιατί στη λογοτεχνία εκείνο που μετράει είναι το πώς θα πεις κάτι, και όχι το τι θα πεις, κάτι που μπορεί να είναι και χιλιοειπωμένο. Ο ίδιος είχε την εξής άποψη για την ποίηση: «Η ποίηση που είναι της τελειότητας ο ιδρώτας, αλλά που πρέπει να φαίνεται φρέσκια σαν στάλα βροχής σε μέτωπο αγάλματος, συνδυάζει το φυσικό με το κρύο μάρμαρο· κλίνει και τους δύο χρόνους συγχρόνως: το παρελθόν και το παρόν, αν το παρελθόν είναι το γλυπτό και το παρόν οι δροσοσταλίδες ή οι βροχοστάλες στο μέτωπο του παρελθόντος. Υπάρχει η θαμμένη γλώσσα και μαζί υπάρχει και το προσωπικό λεξιλόγιο. Η διαδικασία της ποίησης είναι διαδικασία ανασκαφής και αυτοανακάλυψης».

Πάντως, η ποίηση του Walcott διαπνέεται από έναν αλληγορισμό και είναι στους στίχους του ευδιάκριτη η πλησμονή των εικόνων και των μεταφορών που, μαζί με την μελωδία και την ευαισθησία που αποπνέουν, κάνουν την ποίησή του όχι μόνο ενδιαφέρουσα αλλά εκπληκτική και ελκυστική.

Ιδιαίτερα θα πρέπει να σταθούμε στο μυστικό της μεταφοράς, στην οποία ο ποιητής δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα. Όπως σημείωσε ένας μελετητής του έργου του «η μεταφορά είναι η αρτηρία κατά μήκος της οποίας τρέχει το αίμα των ποιημάτων του». Έτσι στην συλλογή του με τον τίτλο «Κασταγουέη και άλλα ποιήματα» (1965), παρουσιάζει την εικόνα ενός ναυαγισμένου πλοίου ως μεταφορά του σύγχρονου κόσμου. Αλλά το πιο κοντινό, το πιο χειροπιαστό δείγμα της μεγάλης ποιητικής – συνθετικής ικανότητας του Walcott είναι η τελευταία του ποιητική δημιουργία που φέρει τον τίτλο «Όμηρος» (όχι Homer). Σ’ αυτή τη γιγαντιαία εποποιία των 325 σελίδων και 64 κεφαλαίων, ο Walcott προσπαθεί να δώσει απάντηση στο βασανιστικό ερώτημα: γιατί ο σημερινός άνθρωπος κατατρύχεται πάντα από το παρελθόν;

Χρησιμοποιώντας το όνομα του Όμηρου για να υποδηλώσει τον Όμηρο που υπάρχει κρυμμένος μέσα μας – που σύμφωνα με αρχαία παράδοση ήταν νόθος γιος, ο οποίος τυφλώθηκε κι έγινε ζητιάνος μεταβαίνοντας από νησί σε νησί απαγγέλοντας τους στίχους του –, ο Walcott χρησιμοποιεί τους ήρωες του Όμηρου αλλά μας ταυτίζει με τους κανονικούς ήρωες των Αντιλλών. Από την πολυσέλιδη αυτή εποποιία, παρελαύνουν επίσης Ρωμαίοι Αυτοκράτορες, Ισπανοί κονκισταδόροι και ο Πόε, ο Μαγιακόφσκι, ο Μέλβιλ, ο Μπρόντσκι και ο Τζέιμς Τζόις… αλλά και οι Μπιτλς. Ο κόσμος του είναι ένας μεταλλασσόμενος κόσμος που κινείται ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Η παράξενη μαγεία του έργου, κατά την Mary Lefkowitz έγκειται στην σύλληψη και την έκφραση των σκέψεων των χαρακτήρων του με απόλυτη διαύγεια, όπως επίσης στην αναπαράσταση των ιδεών και των εικόνων που διαδέχονται ταχύτατα η μία την άλλη στο μυαλό τους.

Τα λογοπαίγνια και οι παρηχήσεις, οι λανθάνουσες αναφορές στη λογοτεχνική παράδοση, οι αναδρομές στο ιστορικό παρελθόν, και οι ξαφνικές μεταβάσεις στην απλή καθημερινότητα δημιουργούν τη μοναδικότητα του νέου έπους.

Με το έργο του αυτό ο Walcott μας υπενθυμίζει ότι το παρελθόν δεν ανήκει σε εκείνους που πρώτοι το δημιούργησαν, αλλά σε όλους, μαύρους ή λευκούς σε οποιοδήποτε μέρος της γης.

Είναι κοινή διαπίστωση άλλωστε, ότι το πλούσιο σε νοηματικές αποχρώσεις έργο του συνολικά στρέφεται κατά του ρατσισμού ξεκινώντας από την αυτογνωσία, την ενδοσκόπηση, και την αναζήτηση της πολιτιστικής ταυτότητας.

Με αυτόν τον τρόπο, με ένα εντελώς προσωπικό υβριδικό στυλ και ύφος, με στίχους που θυμίζουν πολλές φορές Wordsworth και Eliot, μέσα από τις φωνές του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος, με σίγουρες βάσεις και προεκτάσεις στο μέλλον, μέσα από τον περίγυρο της Καραϊβικής, ο Walcott, ο μαύρος ποιητής, μας μιλά. Μιλά στον καθένα μας, αρκεί να έχουμε τη διάθεση να ενωτισθούμε τη φωνή του.

Η 18μελής Σουηδική Επιτροπή που απένειμε το  μέγιστο βραβείο της λογοτεχνικής διάκρισης στον ποιητή εξήγησε ότι βράβευσε τον Walcott «για το ποιητικό του έργο, που χαρακτηρίζεται από μια εξαιρετική φωτεινότητα και μια ιστορική οπτική σαν αποτέλεσμα μιας πολυποίκιλης συνείδησης». Ήδη, όπως σημείωσε το 1984 ο Ρόμπερτ Γκρέηβς «ο Walcott χειρίζεται την αγγλική γλώσσα με πλήρη συναίσθηση της μαγείας της, κάτι που αγνοούν οι Άγγλοι».

Σ’ εμάς δεν απομένει παρά να δούμε σύντομα μεταφρασμένα στην γλώσσα μας κάποια έργα του ώστε να μπορούμε να πάρουμε μια πιο άμεση γεύση από τη μαγεία αυτού του μαύρου ποιητή, με τη λευκή ψυχή.