Karlheinz Deschner: «Σεξουαλικότητα και Χριστιανισμός»

Διάβασα με ενδιαφέρον το βιβλίο του Καρλχάιντ Ντέσερ (Karlheinz Deschner), και μπορώ να πω ότι, το έκλεισα με ανάμεικτα αισθήματα για τα όσα καταγράφει, τα οποία λίγο-πολύ είναι γνωστά, αν και εδώ, περιγράφονται με μελανά χρώματα οι επιδόσεις μοναχών της Καθολικής εκκλησίας, κυρίως κατά τον Μεσαίωνα, πράγματα γνωστά από τον δικό μας Εμμανουήλ Ροΐδη.

Ωστόσο, ο συγγραφέας, αφήνει αρκετά κενά, σχετικά με το βασικό ερώτημα: Πώς, η εκκλησία - ενώ ο ιδρυτής της, δεχόταν τις γυναίκες ως μαθήτριές του - μετεξελίχθηκε σ’ έναν αυστηρό καταπιεστικό μηχανισμό, που υποτίμησε το σώμα, εξόρισε τον έρωτα, περιόρισε τη σαρκική μείξη μέσα στο γάμο με σκοπό την τεκνοποιία, κ.λπ. Θέλω να πω, ότι, δεν αναλύει ποιοι ήσαν οι εξωχριστιανοί παράγοντες που επέδρασαν καταλυτικά στην εκκλησία από τον 2ο κιόλας μ.Χ. αιώνα, και ανάγκασαν τους ηγέτες της να πάρουν αυστηρά μέτρα και εν πολλοίς να παρεκτραπούν.

Αυτοί ήσαν:

Η επίδραση του Στωικισμού και ιδίως του Γνωστικισμού, ενός μεγάλου φιλοσοφικοθρησκευτικού ρεύματος (με τους Εγκρατίτες και τον ακραίο ασκητισμό τους), και από τον 3ο αι. μ.Χ. κι εντεύθεν, η ανάπτυξη του Μοναχισμού.

Ο Νεοπλατωνισμός επίσης, έπαιξε σπουδαίο ρόλο, αφού επέδρασε στους Ωριγένη, Αυγουστίνο κ.λπ. Είναι γνωστόν ότι ο Πλωτίνος αποστρεφόταν το σώμα, και κοκκίνιζε κάθε φορά που πεινούσε, μια θέση που εγκολπώθηκε αργότερα και ο Μέγας Αντώνιος. «Έρωτας και Νεοπλατωνίνη», είναι ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Δημήτρη Ουλή, όπως και το «Έρωτας και Σεξουαλικότητα» σε επιμέλεια του Χρυσόστομου Σταμούλη (εκδ. Αρμός, σελ. 149 επ.). Και τα δύο ρίχνουν αρκετό φως στο ακανθώδες αυτό ζήτημα, το οποίο δεν διαφωτίζει επαρκώς ο συγγραφέας και μεταπηδά αιφνιδίως, από τον 1ο στον 4ο μ.Χ αιώνα, ενώ βέβαια, με το χρόνο, έγινε μια εκπληκτική παραχάραξη της αρχικής παράδοσης. Οι ειδικοί, εφιστούν την προσοχή στον αρχέγονο βιβλικό χριστιανισμό που δεχόταν το γάμο των επισκόπων (Α’ Κορ. 9:5, Α’ Τιμ. 3:1-8), γεγονός που αναγνωρίζει ο συγγραφέας (σελ. 15), ενώ βέβαια, είναι γνωστόν ότι την αγαμία του ανώτερου κλήρου την επέβαλε στην Ανατολή ο Ιουστινιανός, με την 6η Νεαρά.

Μια τελευταία ένσταση: Ο απ. Παύλος δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ο ιδρυτής του χριστιανισμού, αφού έγραψε: «Μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού» και «Χριστός Ιησούς ήλθεν εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι ων πρώτος ειμί εγώ» (Α’ Κορ. 11:1, Α’ Τιμ. 1:15), αλλά ούτε και ιδρυτής του ασκητισμού. Ο Παύλος δεν υποτιμά το σώμα (που μάλλον εσφαλμένα στο βιβλίο μεταφράστηκε ως στόμα), διότι το θεωρεί «ναόν του Θεού» κι ότι πλάστηκε «ως καλό λίαν όπως κι όλα τα κτίσματα και βρώματα» για να απολαμβάνει ο άνθρωπος (Α’ Κορ. 6:19, Α’ Τιμ. 4:1-5). Η ‘σάρκα’ για τον Παύλο, σημαίνει όλον τον άνθρωπο, ή τον αποκομμένο από τον Θεό. Ο Παύλος διδάσκει κάτι το πρωτάκουστο. Λέει στους συζύγους: «Μην αποστερείτε αλλήλους». Και κάτι το εκπληκτικό: «Ο άντρας δεν εξουσιάζει (σεξουαλικά) το σώμα του, αλλά η γυναίκα» (Α’ Κορ. 7:5). Το ‘καλόν ανθρώπω γυναικός μη άπτεσθαι’ όπως έδειξε η κριτική του κειμένου, είναι μάλλον λόγια των Κορινθίων που επαναλαμβάνει ο Παύλος και τους απαντά. Για τον Παύλο, «εν Χριστώ και εν Κυρίω ουκ ένι άρσεν και θήλυ» (Γαλάτ. 3:28).

Δεν είχε άδικο ο Α. Μπαντιού, που από μία άποψη θεωρεί τον Παύλο ιδρυτή του Οικουμενισμού και φυσικά, σε καμία περίπτωση, ο Παύλος δεν ήταν αντιφεμινιστής ούτε μισογύνης, όπως νομίζουν πολλοί.